Στις 15:00 την Τρίτη 13 Ιανουαρίου, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης θα συναντηθεί με εκπροσώπους αγροτών και κτηνοτρόφων στο Μέγαρο Μαξίμου, σε μια προσπάθεια να προωθηθεί διάλογος για τα ζητήματα του πρωτογενούς τομέα.
Στη συνάντηση δεν θα συμμετέχουν οι αγρότες του μπλόκου της Νίκαιας Λάρισας.
Η απόφαση ελήφθη μετά από συνέλευση των αγροτών, οι οποίοι δεν αποδέχθηκαν τους όρους που τέθηκαν από την κυβέρνηση για τη σύνθεση της αντιπροσωπείας που θα συμμετείχε στον διάλογο. Σύμφωνα με τους αγρότες, δεν έγινε δεκτό το αίτημα της Πανελλαδικής Επιτροπής των Μπλόκων για τη συγκρότηση δύο διακριτών επιτροπών, μίας 25μελούς με αγρότες και μίας 10μελούς με κτηνοτρόφους, αλιείς και μελισσοκόμους, ώστε να διασφαλιστεί η αναλογική και αντιπροσωπευτική συμμετοχή όλων των παραγωγικών κλάδων και περιοχών της χώρας.
Σε δήλωσή του μετά την ολοκλήρωση της συνέλευσης, ο πρόεδρος της Ενωτικής Ομοσπονδίας Αγροτικών Συλλόγων Νομού Λάρισας (ΕΟΑΣΝΛ), και μέλος της Πανελλαδικής επιτροπής των Μπλόκων Ρίζος Μαρούδας, ανέφερε: «Η κυβέρνηση επιχειρεί να μας βάλει τρικλοποδιά και δεν τηρεί ούτε τις δικές της υποσχέσεις, ούτε τα κριτήρια που η ίδια θέτει, ώστε η εκπροσώπηση να είναι αναλογική από όλες τις περιοχές της χώρας».
Οι αγρότες αφήνουν ανοικτό το ενδεχόμενο περαιτέρω κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων το επόμενο διάστημα.
«Όποιος πιστεύει στο δίκαιο των αιτημάτων του προσέρχεται στο διάλογο», αναφέρουν κυβερνητικές πηγές, επισημαίνοντας ότι η τελευταία πρόσκληση της κυβέρνησης έγινε χθες, 11 Ιανουαρίου, το απόγευμα, με δύο διαφορετικά ραντεβού, καθώς οι ομάδες των μπλόκων δεν επιθυμούσαν να παραβρεθούν μαζί.
Κανόνες και όροι διαλόγου
Η κυβέρνηση επισημαίνει πως τόνισε από την αρχή ότι ο διάλογος πρέπει να έχει κανόνες για να είναι ουσιαστικός και όχι προσχηματικός. Ο περιορισμός σε 20 εκπροσώπους ανά συνάντηση καθιερώθηκε για να μπορέσει να διεξαχθεί ουσιαστική συζήτηση. Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης, ωστόσο, δέχθηκε ο αριθμός να αυξηθεί σε 25 άτομα, ώστε να διευκολυνθεί η συμμετοχή.
«Δυστυχώς, για ακόμη μια φορά η όποια προσπάθεια διαλόγου από πλευράς της κυβέρνησης, τινάζεται στον αέρα με αποκλειστική υπαιτιότητα μιας μικρής μειοψηφίας εκπροσώπων του πρωτογενούς τομέα, που χρησιμοποιεί τον αγροτικό αγώνα ως άλλοθι για προσωπικές ή εξωθεσμικές επιδιώξεις και η οποία επιθυμούσε να συναντηθούν με τον πρωθυπουργό και πρόσωπα ελεγχόμενα από τις Αρχές για παράνομες επιδοτήσεις ή παραβατικές συμπεριφορές», επισημαίνουν ακόμη οι κυβερνητικές πηγές. Προσθέτουν δε ότι η Πολιτεία από την πρώτη στιγμή, τήρησε κάθε υπόσχεση, αφού έλαβε την έγκριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση και ολοκλήρωσε το σύνολο των πληρωμών, φθάνοντας τα 3,8 δισ. ευρώ, «ποσό ρεκόρ σε σύγκριση με το παρελθόν, ενώ σε συνέχεια όσων πολλών έχουν υλοποιηθεί τα προηγούμενα χρόνια, ικανοποιείται η πλειονότητα των αιτημάτων».
Η στάση των Κρητικών παραγωγών
Το Παγκρήτιο Συντονιστικό Κρήτης ανακοίνωσε ότι δεν θα συμμετάσχει στον διάλογο με τον πρωθυπουργό, παρά τη θετική του διάθεση για συζήτηση. Ο στόχος του ήταν να αναδειχθούν τα σοβαρά και διαχρονικά προβλήματα του αγροτοκτηνοτροφικού κόσμου, ιδιαίτερα σε περιοχές με αυξημένες δυσκολίες, όπως η Κρήτη.
Ωστόσο, μετά την τοποθέτηση παραγωγών από το μπλόκο της Νίκαιας, που δήλωσαν ότι η παρουσία των Κρητικών αποτελεί λόγο για μη συμμετοχή τους, το συντονιστικό αποφάσισε να παραχωρήσει τον χώρο του διαλόγου σε αυτούς. «Με τη στάση μας αφαιρούμε κάθε επιχείρημα περί μη συμμετοχής και δεν αποδεχόμαστε εργαλειοποίηση της ενότητας του αγροτικού κόσμου», σημειώνουν.
Τα μέλη του συντονιστικού υπογραμμίζουν ότι έχουν αποδείξει στο παρελθόν τη δέσμευσή τους στον διάλογο, συμμετέχοντας με τεκμηριωμένες προτάσεις σε κάθε θεσμική διαδικασία. Παράλληλα, επισημαίνουν τις μεγάλες διαφορές στις τιμές και το κόστος παραγωγής μεταξύ Κρήτης και ηπειρωτικής χώρας – π.χ. το γάλα πωλείται στην Κρήτη 1 ευρώ και αλλού 1,70, ενώ το κόστος ζωοτροφών διαφέρει δραματικά. Τονίζουν ότι η πραγματική ανάγκη είναι δίκαιες τιμές, βιώσιμη παραγωγή και ίσοι όροι για όλους.
«Ο αγώνας είναι κοινός και δεν περισσεύει κανείς. Παραμένουμε ανοιχτοί σε κάθε ουσιαστικό διάλογο που μπορεί να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων των παραγωγών», καταλήγουν.
















