Για τους Πόντιους η Παναγία Σουμελά δεν είναι απλώς ένα μοναστήρι που κρέμεται σε κάθετο βράχο της Τραπεζούντας. Είναι σύμβολο, καταφύγιο και κοινή μνήμη· ένας δεσμός που επιβίωσε της Καταστροφής, των συνόρων και της προσφυγιάς.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε δύο κρίσιμες στιγμές συναντιέται με την πορεία ενός ιεράρχη που αφιερώθηκε στην Εκκλησία, στην παιδεία και στον άνθρωπο: του Πολύκαρπου Ψωμιάδη.
Ο Πολύκαρπος Ψωμιάδης γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1864 στα Κοτύωρα του Πόντου, σε οικογένεια επιφανή και μορφωμένη. Κατά κόσμον Περικλής, μεγάλωσε σε περιβάλλον που θεωρούσε την παιδεία θεμέλιο επιβίωσης των κοινοτήτων. Ο θείος του Κωστάκης Ψωμιάδης είχε ιδρύσει στην πόλη την Ψωμιάδειο Σχολή, από όπου πέρασαν πολλοί νέοι που προορίστηκαν για ανώτερη εκπαίδευση.
Ο νεαρός γόνος φοίτησε ακολούθωε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή στην Κωνσταντινούπολη και στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος το 1888 και εισήλθε σε έναν δρόμο που τον έφερε να υπηρετήσει (και) τον ελληνισμό.
Η Μονή Σουμελά εμφανίστηκε στη ζωή του για πρώτη φορά το 1899, όταν η Μεγάλη Εκκλησία τον έστειλε ως πατριαρχικό έξαρχο στη μονή, η οποία βρισκόταν τότε «εν ανωμάλω καταστάσει». Η αποστολή του ήταν να επιλύσει τις διενέξεις μεταξύ μονών και μητροπόλεων του Πόντου, μια επιχείρηση λεπτή σε εποχή που οι ισορροπίες ήταν εύθραυστες.
Μετά από δύο μήνες επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη· η Σουμελά όμως δεν θα έβγαινε από τη ζωή του. Η δεύτερη συνάντηση θα συνέβαινε χρόνια αργότερα, με τον Πόντο χαμένο και το λαό του πρόσφυγα, όταν θα επιχειρούσε να επαναφέρει το κυριότερο σύμβολό της στη νέα πατρίδα.

Μία από τις προκλήσεις ξεκίνησε και όταν εξελέγη μητροπολίτης Κολωνίας και Νικοπόλεως. Εκεί ανέδειξε το μεγάλο του χάρισμα: την εκπαιδευτική και διοικητική οργάνωση των κοινοτήτων. Τα ελληνικά σχολεία της επαρχίας ήταν «παρημελημένα».
Με σχέδιο, δικτύωση και επιμονή:
• αναδιοργάνωσε τα σχολεία,
• έστειλε μαθητές σε ανώτερα εκπαιδευτήρια (Φροντιστήριο Τραπεζούντας, Ιεροδιδασκαλείο Σάμου και Πάτμου, Χάλκη),
• προστάτευσε το ποίμνιο από καταχρήσεις της οθωμανικής διοίκησης
• και συνεργάστηκε με φιλελληνικούς αξιωματούχους όπως ο Βαλής Τραπεζούντας Καντρή-μπεης.
Στο Αρχείον Πόντου γράφει χαρακτηριστικά: «Κατόρθωσε να προστατέψει αποτελεσματικώς και να ανακουφίσει από τας δοκιμασίας του το δεινώς χειμαζόμενον μέχρι τότε ποίμνιον του», και για την εκπαιδευτική αναγέννηση προσθέτει: «Επιδίδεται εις ριζικήν αναδιοργάνωσιν των ελληνικών σχολείων της επαρχίας του και κατορθώνει εν δεκαετία να δημιουργήσει σοβαράν εκπαιδευτικήν αναγέννησιν άγνωστον έως τότε».

Το 1911 μετατέθηκε στη Μητρόπολη Νεοκαισαρείας και εγκαταστάθηκε στα Κοτύωρα. Εκεί ίδρυσε με δικά του έξοδα το Πολυκάρπειο Παρθεναγωγείο και συνέταξε τον Κανονισμό της Ελληνικής Ορθόδοξης Κοινότητας Κοτυώρων, δίνοντας στην κοινότητα νέο διοικητικό, σχολικό και οικονομικό πλαίσιο.
Μέσα σε οκτώ χρόνια η επαρχία μεταμορφώθηκε:
• το 1911 υπήρχαν 64 εκκλησίες και 1.200 μαθητές,
• το 1919 υπήρχαν 116 εκκλησίες/παρεκκλήσια και 3.390 μαθητές.
Σε άρθρο του με θέμα «Η συμβολή του ορθόδοξου κλήρου στη διάσωση του ποντιακού ελληνισμού» ο θεολόγος, εκκλησιαστικός ιστορικός και νομικός Ιωάννης Ελ. Σιδηράς γράφει: «Η αντιμετώπιση των τουρκικών αυθαιρεσιών ήταν στο στόχαστρό του και γι’ αυτό ήταν έντονα και σκληρά τα υπομνήματα που απέστειλε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο καταγγέλλοντας κάθε τουρκική παράβαση, με αποτέλεσμα να διωχθεί, φτάνοντας στο πιο ακραίο σημείο να καταδικασθεί ερήμην σε θάνατο από τα περιβόητα τουρκικά Δικαστήρια της Ανεξαρτησίας στην Αμάσεια, τον Σεπτέμβριο του 1921.
»[…] Εντούτοις, ερχόμενος ο μητροπολίτης Πολύκαρπος σ’ επικοινωνία με τις τουρκικές Αρχές, κατόρθωνε να τους εμπνεύσει τον σεβασμό προς το πρόσωπό του, επειδή ακριβώς η όλη του πολιτεία διεπνέετο από ένα γενικό πνεύμα σωφροσύνης αλλά και γενναίας δράσεως. Έτσι, δεν είναι ολίγες οι περιπτώσεις που κατόρθωνε να επανορθώσει κατάφωρες αδικίες από τους Τούρκους σε βάρος του ελληνικού πληθυσμού».
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και λόγω της επακόλουθης υποχρεωτικής ανταλλαγής ο Πολύκαρπος Ψωμιάδης βρέθηκε στην Ελλάδα ως ανταλλάξιμος ιεράρχης του Οικουμενικού Θρόνου και τον Οκτώβριο του 1922 εξελέγη μητροπολίτης Ξάνθης και (τότε) Καβάλας.
Εκεί έγινε ποιμένας ενός λαού που προσπαθούσε να στεριώσει. Πρόσφυγας και ο ίδιος, αντιλαμβανόταν «το δράμα των προσφύγων που αναζητούν καταφύγιο». Φρόντισε για ορφανοτροφεία, περίθαλψη, στέγαση στρατιωτών και αμάχων, και συσπειρωμένες κοινότητες που έφτασαν από τον Πόντο και τη Θράκη.
Ο δρ Πέτρος Γεωργαντζής σημειώνει: «Γίνεται ο αγλαόκαρπος και πολύκαρπος ιεράρχης που διέθετε και την ψυχή του για τους πρόσφυγες χριστιανούς του. Γίνεται τα πάντα τοις πάσι».
Στην ίδια περίοδο, ως εκπρόσωπος του Οικουμενικού Θρόνου ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου συναντήθηκε με την ομογένεια και ανέλαβε συλλογή πόρων και υποστήριξη εθνικών ζητημάτων. Το Αρχείον Πόντου σημειώνει ότι: «έλαβεν μέρος ενεργόν εις σοβαράς εθνικάς υποθέσεις και εις περιοδείας εις Αμερικήν»,
η οποία προσέφερε σημαντική βοήθεια σε ελληνικούς προσφυγικούς πληθυσμούς.
Έχει ενδιαφέρον ένα απόσπασμα από το ίδιο δημοσίευμα σχετικά με το ταξίδι του μητροπολίτη Ξάνθης στις ΗΠΑ:

Στις 29 Μαΐου 1930, στη Μονή Μεγάλου Σπηλαίου, ο Πολύκαρπος εισηγήθηκε στον Ελευθέριο Βενιζέλο την επιστροφή των κειμηλίων της Σουμελά από τον Πόντο.
Μετά από διαπραγματεύσεις με τον Ισμέτ Ινονού, με συμμετοχή και του Λεωνίδα Ιασονίδη, επιτράπηκε η είσοδος ελληνικής αποστολής στην Τουρκία. Με τη βοήθεια του αρχιμανδρίτη Αμβρόσιου Σουμελιώτη, τα κειμήλια ανασύρθηκαν από το έδαφος και μεταφέρθηκαν στην Αθήνα· το 1952 η εικόνα τοποθετήθηκε στο Βέρμιο, συμβολίζοντας την άφιξη του Πόντου στη νέα πατρίδα.
Το 1935, σε περίοδο πολιτικής έντασης, ο Πολύκαρπος Ψωμιάδης κατηγορήθηκε για συμμετοχή στο κίνημα της 1ης Μαρτίου, συνελήφθη και τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό. Η Ιερά Σύνοδος τον απάλλαξε των κατηγοριών με οριακή πλειοψηφία. Παρά την αθώωσή του, αισθανόμενος πικρία «διά την συμπεριφοράν τινων ιεραρχών και πολιτικών», παραιτήθηκε και αποσύρθηκε στη Νέα Σμύρνη.

Ο Πολύκαρπος εκοιμήθη στις 23 Ιουλίου 1939. Την εξόδιο ακολουθία τέλεσε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, και πλήθος Ποντίων συνόδευσε τη σορό του από τη Μητρόπολη έως το νεκροταφείο της Νέας Σμύρνης.
Το όνομά του ίσως να μη φιγουράρει συχνά στα ιστορικά αφιερώματα. Και όμως, η πορεία του φωτίζει τέσσερις πυλώνες που κράτησαν τον ελληνισμό του Πόντου όρθιο: πίστη, παιδεία, κοινότητα, μνήμη.
















