Κοντά στη Νικόπολη του Πόντου –ή Σεμπινκαραχισάρ, όπως ονομάζεται σήμερα η πόλη της επαρχίας Κερασούντας– ένα παλιό μοναστήρι λαξευμένο στο βράχο έχει επιστρέψει στη δημόσια ζωή, όχι πια ως χώρος λατρείας αλλά ως σταθμός στον χάρτη του πολιτιστικού και θρησκευτικού τουρισμού της Τουρκίας.
Η Παναγία η Σταυροπηγιανή ή Καγιάντιπι, δηλαδή Των Βράχων (Kayadibi Meryem Ana Manastırı), ή αλλιώς πώς Παναγία της Γαράσαρης, τα τελευταία χρόνια έχει ενταχθεί στο τουριστικό προϊόν της περιοχής.
Ένα μνημείο με νέο ρόλο
Οι εργασίες συντήρησης έγιναν από το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού σε συνεργασία με τοπικούς φορείς, για τη διασφάλιση της πρόσβασης, την υποστήριξη των επικίνδυνων τμημάτων του βράχου και τη δημιουργία ενός ασφαλούς μονοπατιού.
Σύμφωνα με τις Αρχές, το έργο έγινε για όλους όσοι «ενδιαφέρονται για μνημεία πρώιμης χριστιανικής αρχιτεκτονικής».
Το νέο αφήγημα δεν επικεντρώνεται στη θρησκευτική λειτουργία του μνημείου, αλλά στη γεωγραφική του ιδιαιτερότητα, στη βραχώδη κατασκευή του και στην «αρχαιολογική εμπειρία» που προσφέρει.
Σε αυτήν τη νέα ταυτότητα, ο βράχος –και όχι η Παναγία– είναι σε πρώτο πλάνο.

Ένα χριστιανικό μοναστήρι στο βράχο της Αναλήψεως
Πριν γίνει «τουριστική στάση» η μονή υπήρξε για αιώνες ενεργό μέρος της χριστιανικής ζωής των Ελλήνων της Νικόπολης – βρίσκεται 11 χιλιόμετρα μακριά. Γνωστό ένα από τα αρχαιότερα μοναστήρια του Πόντου, ιδρύθηκε την εποχή που ο Όσιος Ιωάννης ο Ησυχαστής εγκαταστάθηκε στο βράχο της Αναλήψεως, τον 5ο αιώνα.
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε οργανωμένη μοναστική κοινότητα με ναό, κελιά, δεξαμενές και αποθήκες – ένα σύνολο τεσσάρων επιπέδων, εντυπωσιακό για την εποχή και την τοπογραφία.
Ωστόσο, οι πληροφορίες που υπάρχουν για το μοναστήρι είναι ελάχιστες. Κατά την προετοιμασία του αναστηλωτικού έργου, οι υπεύθυνοι πήγαν στο Φανάρι για να βρουν ιστορικά στοιχεία – χωρίς όμως να μπορέσουν να εντοπίσουν πολλές πηγές.
Γνωρίζουμε ότι το 1815, ο από το 1807 ιερομόναχος Ιωαννίκιος Θωμαΐδης που καταγόταν από το χωριό Χάχαβλα, συμπλήρωσε το οικοδόμημα της μονής και έκτοτε διατέλεσε ηγούμενός της.
Οι κάτοικοι του χωριού Καγιά Τιπί πρόσφεραν 5.000 στρέμματα καλλιεργήσιμων αγρών, ενώ άλλα 5.000 στρέμματα πρόσφερε ο τσιφλικάς της περιοχής Μπεκτές μπέης, ο οποίος σώθηκε από καταδικαστική απόφαση χάρη στη μεσολάβηση προς το Πατριαρχείο του ηγουμένου Ιωαννίκιου.

Η μονή λειτούργησε έως και τον 19ο αιώνα. Ο τελευταίος της ηγούμενος –ο αρχιμανδρίτης Ηλίας Παπαδόπουλος από το χωριό Αλισόρ– αναχώρησε για τη Νικόπολη τον Ιούνιο του 1924, παίρνοντας μαζί του ιερά κειμήλια, τα οποία δωρήθηκαν αργότερα στην εκκλησία της Κορυφής Καβάλας και εν συνεχεία στην εκκλησία της Παναγούδας στη Νέα Καβάλα, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα.
Μετά την υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών το μοναστήρι ερήμωσε – και ο βράχος έμεινε να θυμίζει αυτό που ήταν κάποτε αυτονόητο.
Η πόλη
Η Νικόπολη υπήρξε σημαντική από την Αρχαιότητα έως τις αρχές του 20ού αιώνα. Ήταν μητρόπολη, έδρα διοίκησης και κόμβος.
Το όνομά της, το κάστρο της και η σύνδεσή της με τους Έλληνες του Πόντου διατηρούνται στη συλλογική μνήμη ακόμη και μετά τη μετονομασία της σε Σεμπινκαραχισάρ. Στο λόφο της δεσπόζει ακόμη το παλιό φρούριο.
Όταν οι άνθρωποι φεύγουν, οι χώροι που αφήνουν πίσω αλλάζουν χρήση. Η Παναγία η Σταυροπηγιανή, εγκαταλελειμμένη επί δεκαετίες, επιστρέφει σήμερα στο προσκήνιο όχι ως τόπος πίστης αλλά ως τόπος επίσκεψης. Το τουρκικό κράτος επενδύει στη σύνδεση της μνημειακής αρχιτεκτονικής με τον τουρισμό και τη φύση, επιχειρώντας να αναδείξει το μνημείο μέσα από μια πολιτιστική οικονομία που εστιάζει στο χώρο και όχι στην καταγωγή του.

Αν η Παναγία Σουμελά αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο παράδειγμα αυτής της επανανοηματοδότησης, η Παναγία της Νικόπολης φαίνεται να ακολουθεί τον ίδιο δρόμο.
Η ιδιαίτερη αρχιτεκτονική θυμίζει, αν και σε μικρότερη κλίμακα, την περίφημη μοναστική εγκατάσταση στην Τραπεζούντα – η θέση πάνω σε βράχο και η θέα στην γύρω κοιλάδα την καθιστούν αξιοσημείωτη. Ένα άλλο κοινό στοιχείο είναι ότι αποτέλεσε παμποντιακό προσκύνημα και ότι πανηγύριζε τον Δεκαπενταύγουστο.
Στο μοναστήρι ανέβαινε κανείς από το ελικοειδές μονοπάτι που υπάρχει ακόμα. Κόσμος το επισκεπτόταν όλο το χρόνο γιατί θεωρούνταν θαυματουργό. Όταν πια ερήμωσε, αφέθηκε μέχρι που κατάρρευσε στο μεγαλύτερο μέρος του.
Η αποκατάσταση έχει φέρει επισκέπτες, και μαζί τους εισόδημα σε μια περιοχή που δεν έχει πολλές άλλες δομές τουρισμού.
















