Ένας χρόνος κλείνει σήμερα, 19 Ιανουαρίου από την ημέρα που η φωνή της Καίτης Γκρέυ σίγησε για πάντα, αφήνοντας πίσω της όχι σιωπή, αλλά έναν απόηχο γεμάτο μνήμες, τραγούδια, πάθη και ανοιχτούς λογαριασμούς. Έφυγε από τη ζωή στο σπίτι της στη Νέα Σμύρνη, μια γυναίκα που δεν υπήρξε απλώς τραγουδίστρια του λαϊκού τραγουδιού, αλλά ένα ζωντανό κεφάλαιο της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
Έζησε μια ζωή που έμοιαζε περισσότερο με μυθιστόρημα παρά με βιογραφία. Και ίσως γι’ αυτό εξακολουθεί να προκαλεί συγκίνηση, αντιδράσεις και συγκρούσεις, ακόμη και μετά το θάνατό της.
Η Καίτη Γκρέυ γεννήθηκε ως Αθανασία Γκιζίλη –και αργότερα Αγγελική Καλαϊτζή– στις 14 Μαΐου 1924, στο χωριό Μυτιληνιοί της Σάμου. Η ζωή, όμως, δεν της χαρίστηκε ποτέ. Σε ηλικία μόλις ενός έτους υιοθετήθηκε από την οικογένεια Καλαϊτζή και βρέθηκε στα Ταμπούρια του Πειραιά, σε μια Ελλάδα φτωχή, τραυματισμένη, σκληρή. Τα παιδικά της χρόνια ήταν σημαδεμένα από απώλειες και στερήσεις. Στα οκτώ της χρόνια έχασε τον θετό της πατέρα και λίγο αργότερα, με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια αναγκάστηκε να επιστρέψει στη Σάμο για να γλιτώσει από την πείνα και τη βία.

Από εκεί ξεκίνησε μια περιπλάνηση που θα μπορούσε να σταθεί από μόνη της ως σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Τουρκία, Παλαιστίνη, Χερσόνησος του Σινά. Ένα κορίτσι ακόμη παιδί, ξεριζωμένο, ευάλωτο, που γνώρισε από νωρίς τη σκληρότερη πλευρά της ζωής. Βία, κακοποίηση, τραύματα που δεν έφυγαν ποτέ πραγματικά, αλλά έγιναν μέρος της ψυχής της και αργότερα της φωνής της.
Στα 15 της χρόνια παντρεύτηκε βιαστικά. Ένας γάμος που δεν γεννήθηκε από έρωτα, αλλά από ανάγκη και κοινωνική πίεση. Απέκτησε δύο παιδιά, τον Φίλιππο και τον Βασίλη, και βρέθηκε μόνη της πολύ νωρίς, παλεύοντας να τα μεγαλώσει δουλεύοντας όπου μπορούσε στον Πειραιά.
Ο γάμος κατέληξε σε διαζύγιο, αφήνοντάς την με ευθύνες δυσβάσταχτες για την ηλικία της, αλλά και με μια σπάνια αντοχή που θα χαρακτήριζε όλη τη ζωή της.
Η τέχνη μπήκε στη ζωή της σχεδόν σαν σωτηρία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, πριν ακόμη γίνει η «Καίτη Γκρέυ» που γνώρισε το πανελλήνιο, βρέθηκε στα μπουλούκια της Ρίτας Τσάκωνα ως ηθοποιός. Ακολούθησε το ελαφρό τραγούδι, συνεργασίες με τον Γιάννη Βέλλα και άλλους καλλιτέχνες του είδους, με πρότυπό της τον Τζίμη Μακούλη. Όμως η μοίρα της δεν ήταν γραμμένη στο ελαφρό τραγούδι.
Το 1953 ήρθε η μεγάλη στροφή. Ο ρεμπέτης Λουκάς Νταράλας –πατέρας του κορυφαίου Γιώργου Νταλάρα– την άκουσε, τη διέκρινε και της έδωσε το τραγούδι «Το βουνό», σε στίχους Ευάγγελου Πρέκα. Η φωνή της ακούστηκε στο ραδιόφωνο και κάτι άλλαξε οριστικά. Την ίδια χρονιά ηχογράφησε το πρώτο της τραγούδι, το «Νά ’χεις χάρη που σε αγαπώ (Το δικό σου το μαράζι)» του Γιώργου Μητσάκη. Η επιτυχία ήταν άμεση και εκρηκτική.
Η Καίτη Γκρέυ ανέβηκε γρήγορα στην κορυφή. Έγινε πρώτο όνομα στα μεγαλύτερα νυχτερινά κέντρα της εποχής και συνεργάστηκε με όλους τους σπουδαίους δημιουργούς του λαϊκού και ρεμπέτικου τραγουδιού: Μάρκο Βαμβακάρη, Βασίλη Τσιτσάνη, Γιάννη Παπαϊωάννου, Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, Κώστα Βίρβο, Γιώργο Ζαμπέτα και τόσους άλλους.
Η φωνή της κατέγραψε την πρώτη εκτέλεση δεκάδων τραγουδιών που έμελλε να μείνουν κλασικά.
Στη σκηνή στάθηκε δίπλα σε μορφές-σύμβολα: Ρόζα Εσκενάζυ, Στράτο Παγιουμτζή, Γρηγόρη Μπιθικώτση, Πόλυ Πάνου, Μαίρη Λίντα. Αργότερα, με νεότερους καλλιτέχνες, από τον Στράτο Διονυσίου και τη Ρίτα Σακελλαρίου μέχρι τη Χαρούλα Αλεξίου, τη Δήμητρα Γαλάνη και τον Γιώργο Νταλάρα. Η διαδρομή της διέσχισε δεκαετίες και γενιές.
Τη δεκαετία του ’60, η Καίτη Γκρέυ ήταν η πιο ακριβοπληρωμένη τραγουδίστρια της Ελλάδας. Το ημερομίσθιό της ξεπερνούσε τις 8.000 δραχμές – ποσό ασύλληπτο για την εποχή. Η ισχύς της αναγνωρίστηκε ακόμη και δικαστικά, σε διαμάχη με ιδιοκτήτη νυχτερινού κέντρου. Η φωνή της είχε αξία ανεκτίμητη.
Παράλληλα, ταξίδεψε στο εξωτερικό, τραγουδώντας για την ελληνική ομογένεια σε Αμερική, Καναδά, Αυστραλία και Γερμανία. Εκεί γνώρισε μυθικές προσωπικότητες: τον Έλβις Πρίσλεϊ, τον Τζίμι Χέντριξ, τη Ρίτα Χέιγουορθ, τη Μαρία Κάλλας, τον Σταύρο Νιάρχο, τον Αριστοτέλη Ωνάση. Κι όμως, ποτέ δεν ένιωσε ότι ανήκε στον κόσμο της λάμψης. Παρέμεινε βαθιά λαϊκή, βαθιά τραυματισμένη, βαθιά αληθινή.
Ο έρωτας και ο αρραβώνας με τον Καζαντζίδη – Γιατί έκοψαν κάθε επαφή
Ο μεγάλος έρωτας της ζωής της ήταν ο Στέλιος Καζαντζίδης. Πέντε χρόνια υπήρξαν αρραβωνιασμένοι. Δύο μεγάλες φωνές, δύο ισχυρές προσωπικότητες, ένας δεσμός παθιασμένος και καταστροφικός.
Όπως αποκάλυψε ο Γιώργος Χρονάς, που έγραψε την πρώτη βιογραφία της το 1987, ο Καζαντζίδης υπήρξε ο μοιραίος άντρας της ζωής της. Η Γκρέυ ήταν έτοιμη να αφήσει ακόμη και το τραγούδι για να δημιουργήσει οικογένεια μαζί του.

Η βιογραφία εκείνη, ωστόσο, άνοιξε πληγές. Η ειλικρίνειά της, ιδιαίτερα οι αναφορές στη μητέρα του Καζαντζίδη, προκάλεσαν την οργή του μεγάλου λαϊκού τραγουδιστή. Η σχέση τους δεν αποκαταστάθηκε ποτέ.
Αγάπη και θυμός έγιναν ένα, όπως συμβαίνει συχνά στις μεγάλες ιστορίες.
Η Καίτη Γκρέυ αποσύρθηκε οριστικά στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Είχε ηχογραφήσει –κατά εκτιμήσεις– πάνω από 1.500 τραγούδια. Το 2006 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία της με τίτλο Έτσι όπως τα έζησα, κλείνοντας έναν κύκλο ζωής γεμάτο αντιφάσεις, λάθη, αλήθειες και θριάμβους.

Στις 19 Ιανουαρίου 2025 έφυγε ήσυχα, έχοντας συμπληρώσει έναν αιώνα ζωής. Η κηδεία της στη Νέα Σμύρνη έγινε με λαϊκό προσκύνημα και, όπως η ίδια είχε ζητήσει, με ήχους μπουζουκιού. Το «Βουνό» και τα «Ξένα χέρια» την αποχαιρέτησαν.
Όμως ο θάνατός της δεν έφερε γαλήνη. Η ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 2025, όριζε μοναδικό κληρονόμο τον εγγονό της, Κωνσταντίνο Ηλιάδη. Το σπίτι, τα προσωπικά της αντικείμενα, τα πνευματικά δικαιώματα – όλα σε εκείνον. Ο γιος της, Φίλιππος Ηλιάδης, αντέδρασε έντονα, καταθέτοντας αγωγή ακύρωσης, κάνοντας λόγο για πλαστή διαθήκη και προειδοποιώντας ότι «όλοι θα νιώσουν τον πέλεκυ της δικαιοσύνης».

Η δικαστική μάχη συνεχίζεται. Όπως και η συζήτηση γύρω από τη ζωή της. Γιατί η Καίτη Γκρέυ δεν υπήρξε ποτέ απλώς μια τραγουδίστρια. Υπήρξε μια γυναίκα που έζησε τα πάντα στο κόκκινο. Πόνεσε, αγάπησε, τραγούδησε και άφησε πίσω της μια ιστορία που ακόμη γράφεται.
Κάλλια Λαμπροπούλου
















