Ο Δημήτριος Μισαηλίδης ζούσε στην Αξό (Hasaköy στα τουρκικά), 88 χλμ νοτιοδυτικά της Καισάρειας και 28 χλμ βόρεια της Νίγδης. Ήταν ένα από τα χωριά της Καππαδοκίας που είχε μόνο Έλληνες ελληνόφωνους κατοίκους το 1924. Είχε εμπορικές σχέσεις και συναλλαγές με ελληνικούς και τουρκικούς οικισμούς.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Περίπου αρχές Ιανουαρίου του 1924 μάθαμε ότι θα γίνει Μουbαdελέ, δηλαδή Ανταλλαγή. Το διαβάσαμε αυτό σε τούρκικες εφημερίδας της Πόλης, που παίρναμε από τη Νίγδη. Βέβαια με καθυστέρηση έφταναν στα χέρια μας αυτές οι εφημερίδες. Στο χωριό μας, κι εγώ και άλλοι ξέραμε και διαβάζαμε τούρκικες εφημερίδες.
Έγραφαν οι εφημερίδες ότι θα φύγουν οι Έλληνες της Τουρκίας και θα πάνε στην Ελλάδα. Και οι Τούρκοι της Ελλάδας θα έρθουν στην Τουρκία. Θυμάμαι μάλιστα και αυτήν την λεπτομέρεια: στην Ανταλλαγή θα υπάγονταν… όσοι βρίσκονταν στα βουνά, στους κάμπους και στους λόφους, στις θάλασσες και στα νησιά και κατάδικοι…
Χαρήκαμε πολύ, όταν μάθαμε πως θα πάμε στην Ελλάδα. Δεν είχαμε ζωή εκεί. Αγαπούσαμε πολύ την Ελλάδα. Είπαμε να πάμε στην Ελλάδα και να πεθάνουμε εκεί. Ήρθαμε στην Ελλάδα και πεθάναμε…
Ακόμα και οι γέροι, οι άρρωστοι, οι σακάτηδες θέλανε να φύγουνε για την Ελλάδα. Ήταν ένας Χαράλαμπος Γενίτσαρη, γέρος 85 χρονών. Σκυφτός, με το μπαστούνι περπατούσε. Όλο ρωτούσε ο καημένος: «Παιδιά, τι μάθατε, πότε θα φύγουμε;». Δεν πρόλαβε να φύγει, πέθανε στο χωριό.
Στο Καγιάμπασι στη Νίγδη έγινε μεγάλη Επιτροπή Ανταλλαγής. Ελληνική Επιτροπή. Απ’ εκεί ήρθε διαταγή στην Αξό να βγάλουμε επιτροπή να εκτιμήσει τις περιουσίες μας για να πάρουμε αποζημίωση στην Ελλάδα.
Τρεις μαχαλάδες είχαμε στο χωριό: Το Ασαά μαχλέ, το Ορτά μαχλέ, το Γιοκαρί μαχλέ. Στον κάθε μαχαλά έγινε μια επιτροπή από έξι νοματαίους. Κοντά σ’ αυτήν την επιτροπή ήταν άλλοι έξι νοματαίοι, παλιοί γεωργοί, που τους συμβουλεύονταν οι πρώτοι. Να πούμε, εγώ λέω ότι έχω 10 στρέμματα χωράφι. Η επιτροπή έχει αμφιβολίες. Ρωτάει τους έξι παλιούς γεωργούς: «Είναι αλήθεια, ο Μισαηλίδης έχει τόσα στρέμματα;» –«Ναι», απαντάει ένας. «Εγώ το όργωσα το χωράφι του». Τίμιοι άνθρωποι, του Θεού άνθρωποι ήταν. Δεν αδικούσαν κανέναν. Έλεγαν: «Να μη γράψουμε υπερβολικά πράγματα. Δε θα φτάσουν τα λεφτά της Ελλάδας». Εχτιμούσαν και τα σπίτια και μας έδιναν χαρτιά…
Είχαμε δικαίωμα να πουλήσουμε την κινητή περιουσία μας. Έρχονταν από τα γειτονικά τούρκικα χωριά Αλάι, Ντιρβίν, Πάπλωμα, Αντραβασό, γύριζαν ένα ένα τα σπίτια και αγόραζαν ζώα, καζάνια, τεντζερέδες, κιλίμια, μπαούλα, αλεβιού κάσες και βαριά πράγματα, που δεν μπορούσαμε να κουβαλήσουμε. Τιποτένιες τιμές μάς έδιναν.
Δεκαπέντε μέρες προτού να φύγουμε ήρθαν Τούρκοι πρόσφυγες από τα μέρη της Κοζάνης. Ήταν διακόσιες οικογένειες· ελληνικά δεν ήξεραν. Σε κάθε χριστιανικό σπίτι διατέθηκε μια κάμαρα γι’ αυτούς. Ο μουχτάρης μας έβλεπε για την εγκατάστασή τους και η αστυνομία. Αστυνομία δεν είχαμε στην Αξό. Από τη Λίμνα είχαν έρθει οι τζανταρμάδες…
Πολύ άτιμοι ήταν οι Τούρκοι πρόσφυγες. Πολύ μαλώσαμε μαζί τους. Μας έκλεβαν.
Μια μέρα πήγαν να λεηλατήσουν το σπίτι του Κοσμά Λάζαρη. Αντισταθήκαμε. Μας έδειραν και τους δείραμε. Σωστό πόλεμο κάναμε μαζί τους. Ήταν αυτοί τριακόσιοι κι εμείς άλλοι τόσοι σ’ εκείνο τον καβγά. Πήραν και οι γυναίκες μας μέρος. Με ξύλα και με πέτρες τους χτυπούσαμε. Ανεβήκαμε στα ντώματα των σπιτιών, απ’ εκεί τους πετροβολούσαμε. Πήραμε και το τουφέκι του αγροφύλακά μας. Μια σφαίρα είχε μόνο. Τη ρίξαμε στον αέρα. Φοβήθηκαν οι Τούρκοι και έφυγαν. Ήταν πια η ζωή μας αβίωτη εκεί. Ήθελα να φύγω, να πάω στη Νίγδη. Δε με άφησαν οι Τούρκοι πρόσφυγες. Δυο φορές με γύρισαν πίσω. Ήθελαν να τους δωροδοκήσουμε.
Κάναμε παράπονο στη Νίγδη. Ήρθε ο βαλής και έβγαλε λόγο. Μας είπε: «Να τους περιποιηθείτε τους πρόσφυγες. Να τους ταγίσετε με κρέας και φασόλια. Να μην τους δέρνετε. Αλλιώς θα σας στείλω στην Ελλάδα μέσω Σμύρνης. Τότε χαθήκατε! Εκεί θα τα τραβήξουν τα κρέατά σας με τα τσιμπίδια». Μίλησε κρυφά και στους Τούρκους πρόσφυγες.
Αλλά και με τους ντόπιους Τούρκους των γειτονικών χωριών τσακώνονταν οι πρόσφυγες. Για λόγους καταπάτησης των χωραφιών τους…
Αποφασίσαμε να φύγουμε μια ώρα πιο μπροστά. Μια Κυριακή πήγαμε στην εκκλησία. Ο παπα-Κυρεκής είπε ότι αυτή είναι η τελευταία λειτουργία. Θα κλείσει πια η εκκλησία. Κατεβάσαμε τα εικονίσματα, τα βάλαμε σε κάσες. Όλα τα πράγματα της εκκλησίας μπήκαν σε κάσες. Τι έγιναν ύστερα; Δεν ξέρω. Νομίζω ότι έμειναν στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης.
Στα μέσα Μαρτίου αρχίσαμε να φεύγουμε για τη Νίγδη. Δέκα οικογένειες πήγαμε στο Αραβανί. Καθίσαμε εκεί λίγες μέρες και μετά πήγαμε στη Νίγδη. Ως το τέλος Μαρτίου όλο το χωριό μας είχε αδειάσει. Ήταν χίλιες διακόσιες οικογένειες.
Στη Νίγδη μέναμε στο Καγιάμπασι, όπου ήταν τα πιο πολλά ελληνικά σπίτια. Νοικιάσαμε σπίτια. Μέναμε και στα σχολεία, στις εκκλησίες.
Με κάρα και με ζώα φύγαμε από την Αξό για τη Νίγδη. Μερικοί από μας είχαν τα δικά τους κάρα. Τα πούλησαν ύστερα στη Νίγδη. Για να πας από την Αξό στη Νίγδη δε συναντάς κανένα χωριό στο δρόμο.
Μεγάλη Πασχαλιά κάναμε στη Νίγδη. Και στις 17 Μαΐου φύγαμε για τη Μερσίνα. Ήρθε στη Νίγδη ελληνική Επιτροπή από τη Μερσίνα. Έκανε δημοπρασία και νοίκιασε διακόσια κάρα για να μεταφέρουν τον κόσμο στο Ουλούκισλα. Από τους πρώτους που φύγανε ήμαστε εμείς. Σαράντα κάρα ήταν η πρώτη αποστολή. Μια μέρα κάναμε για να πάμε στο Ουλούκισλα. Κοιμηθήκαμε μια νύχτα εκεί στο ύπαιθρο. Περιμέναμε άλλα ογδόντα κάρα που ήρθαν την άλλη μέρα. Ύστερα μπήκαμε όλοι μαζί στο τρένο.
Ξέχασα να πω ότι, για να πάμε από τη Νίγδη στο Ουλούκισλα, περάσαμε από το τούρκικο χωριό Κισάσαρ. Πολύ άτιμο χωριό. Ξακουστοί ληστές και μαχαιροβγάλτες οι κάτοικοί του. Δε μας πείραξαν. Ο Κεμάλης έστειλε χότζα εκεί και τους μίλησε. Έβγαλε λόγο και είπε: «Να μην πειράξετε τους γκιαβούρηδες. Έχουμε αδέρφια στην Ελλάδα. Αν τους πειράξετε αυτούς, τι θα γίνουν εκείνοι εκεί κάτω;».
Οι Τούρκοι των γειτονικών χωριών της Αξού, να πούμε την αλήθεια, δε λυπήθηκαν καθόλου που φεύγαμε. Ίσα ίσα χαίρονταν. Μας έλεγαν: «Γιονάν dεdενιζέ γκιτετζέκσινιζ» (θα πάτε στον παππού σας στην Ελλάδα).
Στο Ουλούκισλα το τρένο φάνηκε παράξενο στον κόσμο. «Τι πράγμα είναι αυτό;» έλεγαν. «Πώς περπατάει άραγες μόνο του, χωρίς να το τραβούν ζώα…».
Μπήκαμε σε φορτηγά βαγόνια. Βγήκαμε στο σταθμό Γένιτζε. Μια μέρα κάναμε. Εκεί είναι ψαλίδι, δηλαδή διασταύρωση. Κάναμε οχταρμά. Αλλάξαμε τρένο. Ήρθε τρένο από τη Μερσίνα και μας πήρε. Κάναμε έξι οχτώ ώρες, για να πάμε ως εκεί.
Στη Μερσίνα μείναμε ένα μήνα. Ήταν γιομάτη από πρόσφυγες. Στην εκκλησία μέναμε εμείς. Ήταν Επιτροπή εκεί. Μας έδωσαν κάρτες, χαρτιά για το βαπόρι. Μας έδιναν συσσίτιο κάθε μέρα.
Πρώτη φορά βλέπαμε θάλασσα. Μας φάνηκε παράξενη. Νομίζαμε ότι είναι σαν λίμνη, απ’ αυτές που είχαμε στα μέρη μας. Αλλά ήταν ολόκληρο πέλαγος, χωρίς άκρη. Πηγαίναμε στην παραλία και θαυμάζαμε τη θάλασσα. Αλλά και στη Μερσίνα τσακωνόμασταν με τους Τούρκους. Βγαίναμε στο τσαρσί και μας χτυπούσαν οι άτιμοι!
Περιμέναμε ένα μήνα στη Μερσίνα να έρθει να μας πάρει το «Λέσβος». Μεγάλο φορτηγό βαπόρι ήταν. Τρεις χιλιάδες ψυχές μπήκαμε μέσα. Ήταν από διάφορα χωριά της Νίγδης. Το βαπόρι ήταν έξω, στ’ ανοιχτά της Μερσίνας. Με βάρκες πήγαμε εκεί. Μόλις πατήσαμε το πόδι μας στη βάρκα, φοβηθήκαμε που κουνιόταν. Ήταν 17 Ιουνίου η μέρα εκείνη. Μόλις πατήσαμε το πόδι μας στο βαπόρι χαρήκαμε πολύ. Ρίξαμε αμέσως τα φέσια μας στη θάλασσα και βρίζαμε τους Τούρκους βαρκάρηδες. Βγάλαμε το άχτι μας! Δε φοβόμαστε πια καθόλου. Ο καπετάνιος ήταν καλός! Μας περιποιήθηκε. Τους άρρωστους τούς έβαλε σε ξεχωριστό μέρος. Τους έδιναν τσάι, γιατρικά. Μας μοίρασαν παξιμάδια, σαρδέλες του κουτιού, γάλα του κουτιού.
Καλό καιρό είχαμε στη θάλασσα. Το βαπόρι έπιανε 9-10 μίλια την ώρα. Σε τρεις μέρες, νόμίζω, φτάσαμε στον Αϊ-Γιώργη. Εκεί περάσαμε από καραντίνα. Ένα-δυο γριές πέθαναν στο δρόμο. Τις έριξαν στη θάλασσα…
Ήρθε άλλο βαπόρι και μας πήρε, πάλι εμάς τους ίδιους, τις τρεις χιλιάδες ψυχές. Μας πήγαν στην Ηγουμενίτσα της Ηπείρου. Μας έβαλαν σε τσαντίρια, κάτω από τις ελιές. Μετά μας μοίρασαν σε αρβανίτικα χωριά. Δηλαδή να φύγουν αυτοί με την Ανταλλαγή, να μπούμε εμείς στα σπίτια τους. Αυτοί όμως δεν έφευγαν. Έλεγαν: «Εμείς θα μείνουμε εδώ· δε φεύγουμε για την Τουρκιά· δεν είμαστε Τούρκοι». Ήρθαν χοτζάδες τους στην Αθήνα και έκαναν ενέργειες. Τελικά έμειναν. Τρία χωριά ήταν αυτά: Λόψη, Σκέφερε, Φυλλάδιο. Τρεις μήνες μείναμε εκεί σε τσαντίρια. Πολύς κόσμος πέθανε. Πολλά μνήματα αφήσαμε εκεί. Μας πείραξε το καλαμποκίσιο ψωμί. Δεν ήμαστε μαθημένοι.
Σκορπίσαμε απ’ εκεί οι Αξενοί. Εμείς πήγαμε στη Δράμα. Άλλοι πατριώτες μας πήγαν στην Κρήτη. Όλες όλες τριακόσιες ψυχές Αξενοί είχαμε πάει στην Ηγουμενίτσα. Οι άλλοι είχαν πάει αλλού, με άλλο βαπόρι.
Όποιος σκέφτηκε την Ανταλλαγή, καλά την έκανε.
Δεν μπορούσαμε να ζήσουμε πια στην Τουρκία· δεν είχαμε ζωή εκεί. Για να μείνουμε στον τόπο εκείνο, έπρεπε να γίνουμε Τούρκοι. Ο πόλεμος δημιούργησε πολλούς εχθρούς. Πώς θέλεις να σε αγαπάει ο Τούρκος, όταν ο Έλληνας πατάει την Τουρκιά και σκοτώνει το παιδί του Τούρκου στον ίδιο τον τόπο του;
Μόνο οι τρελοί λένε ότι καλύτερα ήταν να μη γινόταν η Ανταλλαγή.
















