Η σύλληψη –ή, όπως την χαρακτηρίζει το Καράκας, απαγωγή– του προέδρου της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο από αμερικανικές ειδικές δυνάμεις δεν είναι ένα γεγονός χωρίς ιστορικό προηγούμενο.
Αντιθέτως, ξυπνά έντονες μνήμες από την τελευταία φορά που οι Ηνωμένες Πολιτείες επενέβησαν στρατιωτικά στη Λατινική Αμερική με ξεκάθαρο στόχο τη σύλληψη εν ενεργεία ηγέτη.
Ήταν Δεκέμβριος του 1989 όταν ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους διέταξε την εισβολή στον Παναμά στο πλαίσιο της επιχείρησης «Just Cause», με στόχο τη σύλληψη του δικτάτορα Μανουέλ Νοριέγκα. Ο Νοριέγκα, πρώην συνεργάτης των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, κατηγορούνταν από την Ουάσινγκτον για διακίνηση ναρκωτικών (όπως και ο Μαδούρο), και ξέπλυμα χρήματος.
Στην επιχείρηση συμμετείχαν περίπου 27.000 Αμερικανοί στρατιώτες, ενώ ο επίσημος απολογισμός έκανε λόγο για τουλάχιστον 500 νεκρούς – αριθμός που αμφισβητήθηκε έντονα από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, οι οποίες μιλούσαν για χιλιάδες θύματα. Ο Νοριέγκα κατέφυγε για δύο εβδομάδες στην πρεσβεία του Βατικανού, πριν παραδοθεί στις 3 Ιανουαρίου 1990 και μεταφερθεί στις ΗΠΑ, όπου καταδικάστηκε σε πολυετή κάθειρξη.
Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, η εικόνα μοιάζει ανησυχητικά οικεία. Η Ουάσινγκτον δηλώνει ότι ο Μαδούρο συνελήφθη για να οδηγηθεί ενώπιον της αμερικανικής δικαιοσύνης, έπειτα από επιχείρηση ειδικών δυνάμεων, ενώ η Βενεζουέλα κάνει λόγο για κατάφωρη παραβίαση της κυριαρχίας της και ζητά επείγουσα σύγκληση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Η σύγκριση με τον Παναμά του 1989 επανέρχεται όχι μόνο λόγω της μεθόδου, αλλά και λόγω της λογικής που τη συνοδεύει: την επίκληση της «απονομής δικαιοσύνης» μέσα από στρατιωτική ισχύ. Τότε, όπως και τώρα, η Ουάσινγκτον παρουσίασε την επέμβαση ως αναγκαία πράξη επιβολής του νόμου. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν τέτοιες επιχειρήσεις αποτελούν εξαίρεση ή αν σηματοδοτούν μια επικίνδυνη κανονικότητα στις διεθνείς σχέσεις.
















