Όταν πριν από περίπου ένα χρόνο είχε γραφτεί ότι ανάμεσα στους ηθοποιούς που παίζουν στη νέα ταινία Σπασμένη φλέβα του Γιάννη Οικονομίδη, είναι και η Μπέτυ Αρβανίτη, δεν ήταν λίγοι αυτοί που εξεπλάγησαν. Πώς ταίριαζε η αριστοκρατική φινέτσα της ηθοποιού στο ρεαλιστικό σινεμά του σκηνοθέτη; Βέβαια όσοι παρακολουθούν τη θεατρική καριέρα της, σίγουρα δεν ανήκαν στην κατηγορία, αυτών που «εξεπλάγησαν» με αυτήν την επιλογή, καθώς πάνω στο σανίδι, ειδικά από το 1987 που απέκτησε δική της θεατρική έδρα, το «Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας», στην Κυψέλη. Αλλά και πριν είχε δοκιμαστεί σε πολλά θεατρικά είδη. Από κλασικό ρεπερτόριο μέχρι και… επιθεώρηση. Όπως βέβαια δοκιμάστηκε και στη ζωή της.
Η Μπέτυ Αρβανίτη είναι μια αστή που δεν στηρίχτηκε στην εικόνα της, αλλά ψάχτηκε και έζησε μια ζωή και μια καριέρα, δυναμική και ξεχωριστή.
Η «Τζόρτζια» που επέστρεψε
Μπορεί ο παλιός ελληνικός κλασικός κινηματογράφος να την έκανε γνωστή στο πλατύ κοινό και με τις συνεχείς επαναλήψεις των ταινιών, να έχει περάσει στη νέα γενιά και την αιωνιότητα, όμως η Μπέτυ –εκ του Ελισάβετ– Αρβανίτη, ούτε δέθηκε με αυτή την εικόνα, ούτε την εκμεταλλεύτηκε.
Όσον αφορά τη μεγάλη οθόνη, η προηγούμενη της ερμηνεία ήταν το 2002, στο Κουράστηκα να σκοτώνω τους αγαπητικούς σου του Νίκου Παναγιωτόπουλου το 2002. Έκτοτε μέχρι την Σπασμένη φλέβα, τίποτα. Και όμως σε ανύποπτο χρόνο, το 2008 είχε πει σε συνέντευξή της: «Έχω κάνει καμιά 30αριά ταινίες και θα ξανάκανα σινεμά μετά μανίας και μετά πάθους. Αρκεί να βρισκόταν κάτι που να με ενδιέφερε. Κάποια παιδιά έχουν ενδιαφέρον, ο Γιάνναρης, ο Οικονομίδης».
Με τον τελευταίο έκανε την επιστροφή της. Και δη με ένα ρόλο, τόσο κόντρα στο κινηματογραφικό παρελθόν της. Ναι και εδώ είναι μια πλούσια κυρία, η Τζόρτζια, που είναι σε πόλεμο με τις κόρες της ενώ έχει σαν εραστή της τον πρωταγωνιστή που υποδύεται ο Βασίλης Μπισμπίκης. Και ναι η εισαγωγική τους σκηνή ήταν λίγο απρόσμενη για το κοινό. «Ούτε εγώ την περίμενα», είπε η ηθοποιός, αναφερόμενη στον ρόλο της. Και συνέχισε: «Μου ζητήθηκαν σ’ αυτή την ταινία πράγματα που δεν μου είχαν ζητηθεί. Εμένα αυτό με ιντριγκάρει και με αφορά και με ενδιαφέρει».
Το φιλμ πήρε καλές κριτικές και εισπρακτικά είναι η πιο πετυχημένη από τα 6 φιλμ του σκηνοθέτη –μέχρι την Κυριακή 18 Ιανουαρίου είχε κόψει 157.903********************************* εισιτήρια.
Ειδικά για την Μπέτυ Αρβανίτη οι κριτικές, στην πλειοψηφία τους, ήταν εγκωμιαστικές. Η ερμηνεία της την έκανε γνωστή και σε μια νέα γενιά κινηματογραφόφιλων που γνωρίζει το παρελθόν αλλά κοιτάει πρωτίστως το παρόν.

Όσο για την τόλμη της Μπέτυς Αρβανίτη; Έχοντας δει κάποιος τους ρόλους που έχει υποδυθεί στο θέατρο, έχει θαυμάσει εκτός από το ταλέντο και την τεράστια γκάμα της ηθοποιού. Μιας ηθοποιού, που μόλις πριν από δύο χρόνια, είχε υποδυθεί τον Βασιλιά Λιρ. Ναι, έναν αντρικό ρόλο. Μίλησε κανείς για τόλμη;

«Πρόλαβα και τα έκανα όλα νωρίς»
Γεννήθηκε στα Εξάρχεια, στη Σολωμού και όλη της η ζωή έχει κινηθεί γύρω από το κέντρο. Μάλιστα ως κορίτσι του κέντρου είχε και πρόβλημα με κάποιους ρόλους. «Στη Φόνισσα ήταν ίσως η πρώτη φορά που με ξάφνιασε ο εαυτός μου. Έλεγα “από πού θα το πιάσω αυτό το πράγμα;”, είμαι αστή, δεν έχω χωριό, δεν ήξερα ούτε τι σημαίνει καυκαλήθρες», είχε πει σε συνέντευξή της. Για την ιστορία η ερμηνεία της στο συγκεκριμένο έργο, υπήρξε τεράστια και καλλιτεχνική και εμπορική επιτυχία.
Ο πατέρας της ήταν οδοντίατρος. Εκείνη από μικρή ήθελε να γίνει ηθοποιός. Έτσι όταν οι γονείς της κοιμόντουσαν το μεσημέρι, πήγαινε στο ιατρείο του πατέρα της, κατέβαζε μπουκαλάκια και έπαιζε θέατρο, με διαφορετικές φωνές. Όταν κάποτε η μητέρα της τής ζήτησε να καθαρίσει το σπίτι, εκείνη το αντιμετώπισε σαν ανάθεση ρόλου. «Εκείνο το πρωινό έπλεξα δυο κοτσίδες στα μαλλιά και ένιωσα ότι ήμουν η Σταχτοπούτα. Μόνο έτσι πήρα τη σκούπα και μπήκα στον ρόλο», είχε πει σε συνέντευξή της.
«Έδωσα στην Αρχιτεκτονική, στο Πολυτεχνείο, αλλά δεν πέρασα. Ταυτόχρονα έδωσα στη δραματική σχολή του Θέατρου Τέχνης. Μπήκα, κι έτσι έγινα ηθοποιός. Την ίδια εποχή έφυγα κι από το πατρικό μου, παντρεύτηκα, γέννησα το παιδί μου. (Ο γιος της είναι ο συγγραφέας Αλέξης Σταμάτης). Θεωρώ πολύ φυσική εξέλιξη αυτό που έγινα, δεν είχα ονειρευτεί κάτι άλλο, αυτό ήθελα», είχε πει σε συνέντευξή της. Και συνέχισε: «Πρόλαβα και τα έκανα όλα νωρίς. Τα πάντα. Οι γονείς μου δεν ήθελαν να γίνω ηθοποιός. Ποιος γονιός ήθελε τότε να γίνει το παιδί του ηθοποιός; Ήταν προοδευτικοί άνθρωποι, αλλά θεωρούσαν το χώρο επικίνδυνο για μένα. Πράγμα χαζό κι ανόητο, γιατί δεν πιστεύω ότι το θέατρο είναι ένας χώρος επικίνδυνος. Κάθε άλλο, μερικές φορές παρά είναι συντηρητικός».
Η περίοδος του σταρ σίστεμ
Το 1962 κάνει την πρώτη της εμφάνιση στο θεατρικό σανίδι. Ακολούθησε ο κινηματογράφος αλλά και ο δεύτερος γάμος της με τον Φαίδωνα Γεωργίτση και κουμπάρο τον Γιάννη Δαλιανίδη. Οι δυο τους γνωρίστηκαν στις εξετάσεις της δραματικής σχολής.

Η Μπέτυ ήταν ήδη παντρεμένη με τον αρχιτέκτονα Κώστα Σταμάτη και με παιδί. Ο έρωτάς της ωστόσο για τον Γεωργίτση ήταν θυελλώδης και μόλις αποφοίτησαν αποφάσισαν να παντρευτούν. Ο γάμος τους κράτησε τρία χρόνια, μιας και οι καυγάδες τους ήταν ομηρικοί. «Με την Μπέτυ γίναμε ζευγάρι στη σχολή κι αργότερα παντρευτήκαμε. Δεν ταιριάζαμε όμως ως χαρακτήρες. Οι καβγάδες μας θα μπορούσαν να γίνουν θέμα σε έργο του Στρίνμπεργκ», είχε δηλώσει ο αξέχαστος ηθοποιός.

Όσο για την περίοδο του κλασικού ελληνικού κινηματογράφου, η ίδια δεν απορρίπτει τίποτα. «Έχω τρυφερή αίσθηση για εκείνη την εποχή, αλλά δεν τη μυθοποιώ. Νέοι ήμασταν, καλά κάναμε και τα ζήσαμε, αλλά ας μη μιλάμε και πολύ σοβαρά γι’ αυτά», έχει δηλώσει.
Με δύναμη από την Κυψέλη
Το 1987 με τον τρίτο της σύζυγο, τον πολιτικό μηχανικό και παραγωγό Βασίλη Πουλαντζά στέγασαν τα όνειρά τους σε μια πρώην καπναποθήκη στην Κυψέλη. Την ακολούθησε ένα μέρος του αστικού θεάτρου αλλά κέρδισε και καινούργιους θεατές. Κάποιοι σοκαρίστηκαν από την πρώτη επιλογή Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ του Φασμπίντερ με σκηνοθέτιδα τη Ρούλα Πατεράκη. «Έμεινε άναυδο το κοινό που ερμήνευσα μια λεσβία», είχε πει σε συνέντευξή της.
Και συνέχισε: «Ήρθαν κοντά μου και κυριούλες από τα χρόνια της Φίνος Φιλμ. Ήταν μεγάλο ρίσκο που θα καθόριζε όλη μου την πορεία. Η παράσταση έσκισε δυο χρόνια. Το κοινό μας ώθησε να συνεχίσουμε και φτιάξαμε με τον Βασίλη και δεύτερη σκηνή. Μέχρι τότε έπαιζα στα όνειρα των άλλων που με διάλεγαν στο θέατρο επιδιώκοντας να αναπαράγουν το κινηματογραφικό πρόσωπο. Μόνο εάν εκτεθείς προσωπικά δείχνεις τι εννοείς μιλώντας για καλό θέατρο».
Απολογισμοί ζωής
Η Μπέτυ Αρβανίτη έγραψε και γράφει ιστορία στο «Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας». Σε αυτό τον χώρο που τώρα ανεβάζει το «Ντάμα Πίκα» του Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού

Εκπληκτικοί ρόλοι, σπουδαίες παραστάσεις, αξέχαστες ερμηνείες. «Σε ένα τόσο μικρό θέατρο τολμήσαμε πράγματα πάρα πολύ μεγάλα. Πάρα πολύ ακριβά. Κι οι υποτιθέμενες επιχορηγήσεις είναι μια ιστορία για κλάματα. Τραγική. Κάθε φορά με την ψυχή στο στόμα –αν και εφόσον– και δεν μπορείς να προγραμματίσεις τίποτα, γιατί δεν ξέρεις τι θα πάρεις. Αν θα πάρεις», είχε δηλώσει σε συνέντευξή της. Και συνέχισε: «Από το καλό θέατρο και μόνο δεν μπορεί να ζήσει κάποιος στην Ελλάδα. Τουλάχιστον εύκολα. Δεν ξέρω πώς μπορεί να ζήσει, μειώνει τις ανάγκες του. Ή κάνει άλλα πράγματα, όπως μεταγλωττίσεις. Ήμουν η φωνή της Ψιψινέλ στα Στρουμφάκια και είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτό. Ήταν τέτοιο τέρας που τη διασκέδαζα όσο λίγα πράγματα στη ζωή μου».
Όσον αφορά την προσωπική της ζωή η ίδια έχει πει: «Ό,τι έζησα, το πλήρωσα. Όπως το πλήρωσε και ο γιος μου με τον οποίο μεγαλώσαμε μαζί. Όμως μετά ήρθε το κέρδος, τα μετέτρεψε έτσι η ζωή. Μόνο το καλό αισθάνομαι ότι υπάρχει πια, γερό δέσιμο και ουσιαστική σχέση».

Και μπορεί να έγινε πολύ μικρή μητέρα, όμως ως γιαγιά είναι ξεχωριστή: «Ο Ερμής (ο εγγονός της) είναι κούκλος, πανέξυπνος, ταλαντούχος σε όλα, του αρέσει η μουσική, μιλάει πολύ καλά για την ηλικία του, είμαι ερωτευμένη μαζί του. Δεν ήμουν τυπική μητέρα, ήμουν νέα, έβλεπα τον γιο μου σαν παιχνίδι, σαν κούκλα. Αλλά η ζωή έφερε αυτό που δεν έζησα τότε. Κοιτάζω μια φωτογραφία του εγγονού μου και γεμίζει η ψυχή μου, είναι σαν βάλσαμο. Το μόνο κακό είναι ότι δεν θα μάθω τι θα γίνει ο Ερμής όταν μεγαλώσει, δεν θα προλάβω όσο κι αν θέλω».

Τέλος όσον αφορά τον χρόνο η ίδια ομολογεί με ειλικρίνεια: «Δεν είναι πολύ ωραίο να γερνάς, αλλά πιστεύω ότι η φύση είναι σοφή. Τον χρόνο τον μετράω με τις επιθυμίες και τις δυνατότητες. Έχω μια συμφιλίωση μαζί του. Δεν με απασχολεί ο θάνατος, γιατί δεν είναι κομμάτι της ζωής. Αυτή η ζωή, όσο κρατήσει, έχει ενδιαφέρον».
Σπύρος Δευτεραίος
















