Ο Ελευθέριος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στον οικισμό Κιρενλίκ (Κιράνλιου), όπου κατοικούσαν περίπου 150 Έλληνες με καταγωγή από την περιοχή του Ασμάτσαμ και οι οποίοι μιλούσαν ποντιακά, ενώ οι καταγόμενοι από την περιοχή της Σαμψούντας ήταν τουρκόφωνοι. Εκκλησιαστικά υπαγόταν στη μητρόπολη Αμάσειας και υπήρχε εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο Γεώργιο που λειτουργούσε τακτικά, καθώς και μια μικρότερη, ο Προφήτης Ηλίας, που λειτουργούσε αποκλειστικά κατά την ομώνυμη γιορτή.
Υπήρχε εξατάξιο δημοτικό σχολείο, που έκλεισε, όπως και τα περισσότερα της περιοχής, κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η περιοχή είχε ανεπτυγμένη γεωργία και κτηνοτροφία, ενώ τα τελευταία χρόνια είχε διαδοθεί και η καπνοκαλλιέργεια.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Το 1921 βγήκαμε από τα χωριά μας. Οι Τούρκοι έρχονταν, καίγανε τα χωριά, ληστεύανε, βιάζανε, σκοτώνανε, στέλνανε εξορία τον κόσμο.
Τότες βγήκαμε στο βουνό. Πήγαμε στο Νεbιέν της Πάφρας. Μέρες και νύχτες περπατούσαμε. Καθήσαμε δυο μήνες εκεί. Ύστερα ακούσαμε ότι φύγανε οι Τούρκοι από τα μέρη μας και γυρίσαμε πίσω.
Ερημία βρήκαμε. Όσοι άνθρωποι είχανε μείνει τούς στείλανε εξορία, τα σπίτια ήτανε μισοκαμένα.
Λίγο καθήσαμε και πάλι ακούστηκε ότι έρχεται τούρκικος στρατός και πάλι φύγαμε. Μείναμε πια στα δικά μας βουνά. Στο Σουλούdερε καθήσαμε και σ’ άλλα μέρη της περιοχής πήγαμε. Σκάβαμε λάκκους βαθιούς σαν πηγάδια και μπαίναμε μέσα όταν ακούγαμε ότι έρχονται Τούρκοι. Μέσα στη γη ζούσαμε άντρες, γυναίκες, παιδιά. Περιμέναμε να φύγουν οι Τούρκοι να βγούμε στον αέρα επάνω στη γη. Έτσι ζήσαμε δυο χρόνια και περισσότερο. Όσοι αντέξανε, ζήσανε. Δύσκολα ήτανε, «χειμώνας, χιόνια, αφαγία, αρρώστια, φόβος, τι να πεις πρώτο, τι να πεις δεύτερο».
Άμα ήτανε ησυχία κατεβαίναμε, τον πρώτο χρόνο, και παίρναμε από τα χωράφια τα σιτάρια μας. Σκέτα χορτάρια τρώγαμε, ανάλαδα κι ανάλατα. Ούτε αλάτι δεν είχαμε να βάλουμε.
Το 1923 μάθαμε πως ο Βενιζέλος «έκανε σύμβαση» με τον Κεμάλ και θα φεύγαμε για την Ελλάδα. Κατεβήκαμε πρώτα στα χωριά μας. Κάναμε καλύβια και καθίσαμε πέντε-έξι μήνες και ύστερα πήγαμε Σαμψούντα. Μείναμε κι εκεί έξι μήνες. Σε μια εκκλησία μάς βάλανε. Κόσμος πολύς απ’ όλα τα χωριά είχανε μαζευτεί. Ήτανε Αμερικάνοι, Ερυθρός Σταυρός, και μας μοιράζανε κάθε μέρα συσσίτιο.
Φύγαμε μ’ ελληνικό πλοίο, το «Αρχιπέλαγος», περάσαμε Κωνσταντινούπολη, Τσανάκκαλε και ήρθαμε στο Καραμπουρνού της Θεσσαλονίκης. Μείναμε είκοσι μέρες για καραντίνα και ύστερα μας πήγανε Αγία Παρασκευή Θεσσαλονίκης, Στεφανία Κιλκίς και Μέταλλο Σιδηροκάστρου. Εκεί καθήσαμε ως το 1944 και μας φέρανε στο Λιβαδοχώρι. Μας δώσανε κλήρο γης και μας βάλανε στα σπίτια των ντόπιων.
















