Ο Γεώργιος Κοπάσης καταγόταν από την κωμόπολη Σίλλη, που βρίσκεται 10 χλμ. βορειοδυτικά του Ικονίου. Την εποχή της Ανταλλαγής είχε 1.518 Έλληνες κατοίκους. Εκκλησιαστικά άνηκε στη μητρόπολη Ικονίου.
Η μαρτυρία που ακολουθεί περιλαμβάνεται στο Αρχείο Προφορικής Παράδοσης του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, της μεγαλύτερης και παλαιότερης συλλογής προφορικής ιστορίας στην Ελλάδα και από τις σημαντικότερες της Ευρώπης.
≈
Ο ελληνικός στρατός πλησίαζε στο Άκσεχιρ στην Άγκυρα. Αποφάσισαν οι Τούρκοι να στείλουν εξορία τους Έλληνες που ήταν κοντά σ’ αυτές τις περιοχές. Ήρθε και η δική μας η σειρά. Εξόριζαν από τη Σίλλη και το Ικόνιο.
Ήτανε το 1921. Έμενα με τους γονείς μου στο Ικόνιο. Κρυβόμουνα οχτώ μήνες στο σπίτι, για να μη με βρούνε και με στείλουνε εξορία. Με πρόδωσε όμως μια χανούμισσα που καθότανε απέναντί μας. Τα ‘χαμε χαλάσει, γι’ αυτό. Ήμουνα τότε 17 χρονών…
Ήταν κι άλλοι κρυμμένοι στο Ικόνιο σαν κι εμένα. Άλλα δεκαοχτώ πρόσωπα. Μας έπιασαν όλους.
Στο μεταξύ ήρθε σεφκιάτ1 με εξόριστους από το Ναζλί2, απ’ εκείνα τα μέρη. Ήταν τετρακόσιοι νοματαίοι, από 12 ως 80 χρόνων. Πεινασμένοι, ψειριασμένοι, κουρελήδες, αξιοθρήνητοι. Μας βάλανε τους δεκαοχτώ Κονιαλήδες μαζί μ’ αυτούς.
Ξεκινήσαμε για την εξορία από το Ικόνιο, ακριβώς Χριστούγεννα του 1921. Κρύο, παγωνιά, 1,5 μέτρο χιόνι… Μας βάλανε στο τρένο, κατεβήκαμε στο Ουλούκισλα. Απ’ εκεί με τα πόδια στη Νίγδη. Μείναμε εκεί μια βραδιά σε χάνια. Την άλλη μέρα ξεκινήσαμε πεζή για την Καισάρεια.
Αυτοί που είχαν έρθει απ’ το Ναζλί ήταν άντρες, γυναίκες, παιδιά. Περπατούσαν μέρες στα χιόνια. Από τις κακουχίες είχαν πέσει τα φρύδια και τα μαλλιά τους· δεν ξεχώριζες αν ήταν άντρες ή γυναίκες. Σε λίγο θα παθαίναμε κι εμείς τα ίδια.
Από την Καισάρεια τραβήξαμε στο Σίβας. Τη μέρα κάναμε 15-20 χιλιόμετρα· δεν μπορούσαμε παραπάνω από τα χιόνια και την εξάντληση. Τα βράδια κοιμόμασταν στα χάνια που βρίσκαμε πάνω στο δρόμο. Δε μας βάζανε στα χωριά απ’ τις ψείρες. Το τι τραβούσαμε από τις ψείρες δεν περιγράφεται. Εκεί στα χάνια που διανυκτερεύαμε το πάτωμα και οι τοίχοι λες και κουνιόνταν από τα εκατομμύρια τις ψείρες που περπατούσαν.
Από την Καισάρεια ως το Σιβάς περπατούσαμε εννιά μέρες συνέχεια. Είχαμε πια εξαντληθεί. Μείναμε εκεί μια βδομάδα. Μας περιποιήθηκαν καθολικοί καλόγεροι που είχαν εκεί σχολεία. Μας δώσανε ρούχα καθαρά, τρόφιμα.
Ύστερα από πορεία έξι εφτά ημερών φτάσαμε στη Μαλάτεια.
Στο μεταξύ, από τους τετρακόσιους είκοσι νοματαίους που είχαμε ξεκινήσει από το Ικόνιο, μείναμε οι μισοί. Οι άλλοι είχαν πεθάνει. Κάθε μια δυο ώρες αφήναμε στο δρόμο ένα μισοπεθαμένο πάνω στα χιόνια.
Μια δυο βραδιές μείναμε στη Μαλάτεια. Απ’ εκεί τραβήξαμε στο Ελαζίζ. Η διαδρομή κράτησε τέσσερις πέντε μέρες. Κοντά στα άλλα είχαμε και τη ληστεία των τζανdαρμάδων. Κάθε βράδυ στα χάνια δίναμε στους τζανdαρμάδες που μας συνόδευαν ένα είδος χαρατσιού, το λεγόμενο σελαμέτ παρασί3. Δηλαδή πουρπουάρ που μας έφεραν… σώους και αβλαβείς!
Δε μας αφήνανε να ψουνίσουμε μόνοι μας. Τους δίναμε λεφτά να πάρουν ψωμί και μας τα ‘κλεβαν.
Μαζί μας είχαμε και παπάδες. Έναν παπά από τη Σμύρνη, τον παίδευαν οι τζανdαρμάδες. Κάθε βράδυ στο χάνι του ‘κοβαν λίγο λίγο τα γένια για να διασκεδάσουν.
Από το Ελαζίζ πήγαμε στο Σαρικαμίς. Και απ’ εκεί στο Ντιαρμπεκίρ, τέρμα της εξορίας μας. Εκεί μας παρέδωσαν στην τοπική αστυνομία. Είχαμε απομείνει εξήντα εβδομήντα νοματαίοι…
Στο Ντιαρμπεκίρ δουλεύαμε στα τσιφλίκια των μπέηδων και αγάδων. Αυτοί κυβερνούσανε στην ουσία. Ήταν ντόπιοι Κούρδοι. Κάθε μπέης είχε πεντακόσιους οπλοφόρους. Ανυπάκοοι άνθρωποι. Ό,τι θέλανε κάνανε. Η κυβέρνηση ήταν για τον τύπο.
Κάναμε βαριές δουλειές στα τσιφλίκια των μπέηδων. Καθαρίζαμε τους στάβλους. Τις γυναίκες τις είχαν πάρει υπηρέτριες. Τις όμορφες τις διάλεγαν για ερωμένες…
Δεν υπήρχε ασφάλεια στο Ντιαρμπεκίρ. Μέρα μεσημέρι σε σκοτώνανε για το παραμικρό, για να σου πάρουν το φέσι ή άλλο ασήμαντο πράμα.
Ένα βράδυ καθώς πήγαινα σπίτι με το μεγάλο μου αδελφό Ευγένιο, 22 χρονών, μας σταμάτησαν στη μεγάλη γέφυρα, μέσα στο Ντιαρμπεκίρ, ένοπλοι Κούρδοι για να μας ληστέψουν. Αντισταθήκαμε. Σκότωσαν τον αδερφό μου. Εγώ πρόλαβα και έφυγα.
Μια μέρα κόλλησαν από την κυβέρνηση κάτι χαρτιά στους τοίχους. Ήταν καλοκαίρι του 1924. Έγραφαν αυτές οι προκηρύξεις ότι θα γίνει Μουbαdελέ, δηλαδή Ανταλλαγή. Μας κάλεσαν στην αστυνομία, μας πήραν τα στοιχεία και μας εφοδίασαν με πιστοποιητικά που έδειχναν ότι ήμασταν ανταλλάξιμοι.
Τραβήξαμε προς το Χαλέπι. Κάναμε είκοσι μέρες πεζοπορία. Κάθε βράδυ μάς ληστεύανε στο δρόμο. Στο Χαλέπι ησυχάσαμε. Ήτανε τότε γαλλική κατοχή4. Μας περιποιηθήκανε πολύ στο Χαλέπι, και οι χριστιανοί Σύριοι και οι Άραβες μουσουλμάνοι. Μας δώσανε καθαρά ρούχα, τρόφιμα, λεφτά. Τέσσερις μήνες μείναμε στο Χαλέπι. Αναλάβαμε, ανακτήσαμε δυνάμεις και το ηθικό μας.
Απ’ το Χαλέπι πήγαμε στη Βηρυτό. Εκεί μείναμε τέσσερις πέντε μήνες. Έπιασα δουλειά κοντά σ’ ένα μαύρο μουσουλμάνο Σύριο. Έκανα το γκαρσόνι.
Εκεί, η αλήθεια, μας βοήθησε το Πατριαρχείο Αντιοχείας. Μας έδωσε ρούχα και τρόφιμα.
Το ελληνικό προξενείο προπαγάνδιζε να πάμε στην Ελλάδα. Εκεί, λέει, θα μας έδιναν αποζημίωση για τις περιουσίες που είχαμε εγκαταλείψει στην πατρίδα. Θα μας έδιναν σπίτια. Μας έταζαν λαγούς με πετραχήλια.
Αν θέλαμε, μέναμε εκεί. Ήταν πλούσιος τόπος η Συρία. Όπως και έμειναν μερικοί από την παρέα μας. Ο ξάδελφός μου έβγαλε του κόσμου τα λεφτά. Ακόμα έχει και ιδιωτικό αεροπλάνο…
Από τη Βηρυτό φύγαμε το 1925. Μας δώσανε δεκαπέντε ημερών ξηρά τροφή και ήρθαμε με πλοίο στην Ελλάδα. Με το «Αρχάγγελος» νομίζω.
Τι καταλάβαμε που ήρθαμε εδώ; Δεν πήραμε τίποτα από όσα μας τάξανε. Η αποζημίωση που μας δώσανε είναι ψίχουλα απέναντι στις περιουσίες που εγκαταλείψαμε.
















