Δυστυχώς, όπως έχει καταγραφεί σε πολλές περιπτώσεις, οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής δεν είχαν πάντα την καλύτερη υποδοχή από τον ντόπιο πληθυσμό – υπήρχαν όμως και φωτεινές εξαιρέσεις, όπως ήταν ο καπνέμπορος Βασίλης Παπαβασιλείου, στο Αγρίνιο.
Η φράση του «αυτοί οι άνθρωποι που είναι τώρα κατατρεγμένοι, θα ήταν καλύτερα από μας εκεί στη Σμύρνη», είναι χαρακτηριστική για το πώς έβλεπε τους πρόσφυγες.
Με καταγωγή από την Κανδήλα (ένα χωριό της Πελοποννήσου κοντά στη Βυτίνα), ο Β. Παπαβασιλείου εγκαταστάθηκε στο Αγρίνιο όπου παντρεύτηκε την Όλγα Λουλά προς το τέλος του 19ου αι. και απέκτησε μαζί της τρία αγόρια (τον Λάμπρο, τον Γεράσιμο και τον Γεώργιο) και ένα κορίτσι, την Ευανθία. Το σπίτι τους βρισκόταν επί της σημερινής πλατείας Τσακανίκα, και στη γωνία (προς την σημερινή οδό Κακαβιά) υπήρχε η καπναποθήκη του που λειτουργούσε ως χώρος αποθήκευσης και επεξεργασίας καπνών, τα οποία διοχετεύονταν στην εσωτερική και διεθνή αγορά.

Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, κάποιοι από τους πρόσφυγες στεγάστηκαν προσωρινά σε ένα σχολείο που βρισκόταν σε μικρή απόσταση. Η θέα αυτών των ανθρώπων συγκλόνιζε τον Παπαβασιλείου, κι έτσι προθυμοποιήθηκε να τους προσφέρει εργασία στην επεξεργασία των καπνών. Ιδιαίτερη ευαισθησία έδειξε μάλιστα προς τα μικρά παιδιά, τα οποία μη έχοντας πού να τα αφήσουν, οι γονείς τα έπαιρναν μαζί τους στο χώρο της αποθήκης.
Όπως αφηγήθηκε στη Μαρία Αγγέλη η Μαίρη Παπαλάμπρου-Λυμπουρίδη, ο παππούς της προσπαθούσε να ηρεμεί τα μωρά φτιάχνοντας αυτοσχέδιες …πιπίλες, τυλίγοντας σε τούλι ένα λουκούμι.
Για τους καπνεργάτες και τις καπνεργάτριες είχε καθιερώσει μεσημεριανό φαγητό: Σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο, ένα μαγειρείο, ετοιμαζόταν σε μεγάλο καζάνι φαγητό για το εργατικό προσωπικό, με το οποίο πολλές φορές συνέτρωγε και ο ίδιος. Συνδαιτυμόνες δηλαδή οι εργάτες και ο εργοδότης!
Όλα αυτά δυστυχώς κράτησαν μόνο έναν χρόνο, αφού το 1923 ο Παπαβασιλείου πέθανε από ανακοπή καρδιάς, σε ηλικία 53 ετών. Στην κηδεία του οι πρόσφυγες καπνεργάτες και καπνεργάτριες, ως ένδειξη σεβασμού και ευγνωμοσύνης προς τον εργοδότη με την ευαισθησία και την ανθρωπιά που είχε επιδείξει προς αυτούς, έφεραν τη φιλαρμονική.
«Γυναίκα, δεν μπορώ να ησυχάσω»
Στην ίδια διατριβή υπάρχει άλλη μία συγκλονιστική μαρτυρία της Μαίρης Παπαλάμπρου:
«Μια βραδιά σηκώνεται [ο Παπαβασιλείου] και λέει: “γυναίκα, δεν μπορώ να ησυχάσω”. Είχαν έρθει οι πρόσφυγες, οι οποίοι ήταν απέναντι, εδώ, που είναι το σχολείο, ο παιδικός σταθμός. Και βγαίναν αυτές το πρωί, είχαν έρθει από τη Σμύρνη, ένα μπουλούκι, κάτι αρχόντισσες, κάτι κυρίες, με τις βελουδένιες τις ρόμπες τους από κάτω, σα να τις βλέπω, και τα πασουμάκια τους. Και βγαίνανε έξω από το προαύλιο και λέει μια μέρα, “ξέρεις ρε γυναίκα, τι σκέφτομαι, αυτοί οι άνθρωποι που είναι τώρα κατατρεγμένοι, θα ήταν καλύτερα από μας εκεί στη Σμύρνη. Κοίταξε πώς κατάντησαν. […] Ξέρεις”, λέει, “δεν μπορώ να ησυχάσω. Αυτοί φύγαν απ’ τα καλά τους και να καταντήσουν έτσι οι άνθρωποι, ξέρεις τι σκέφτηκα; Θα κάνουμε ένα γεύμα για όλους αυτούς εδώ στην αυλή μας και θα τους καλέσουμε. Θα φτιάξουμε κρέας, σούπες, ξέρω γω τι”.
»Είχαν φτιάξει τέτοια πράγματα. Είχε πάρει και τους εργάτες απ’ την αποθήκη για βοηθούς. Τους ειδοποίησαν και ήρθαν οι καημένοι… Και γέμισε η αυλή εδώ πέρα.
»Ο μπαμπάς καθότανε και σερβίριζε. Και τους έβαζε σε κυπελλάκια, σε βαζάκια, ό,τι είχανε. Τι να ’χουνε εδώ πέρα, αφού δεν είχαν τίποτε οι άνθρωποι. Τέλος πάντων. Και λέγανε: “Μονάχα ο Βασίλης ο Παπαβασιλείου που είναι άνθρωπος σκέφτεται τις δυσκολίες του καθενός».
Το ρολόι
Η Μαρία Αγγέλη περιγράφει κι άλλο ένα περιστατικό, ενδεικτικό της ευαισθησίας και ανθρωπιάς του καπνέμπορα: «όταν πληροφορήθηκε πως στο Μεσολόγγι είχε φθάσει μια νεαρή προσφυγοπούλα με τα δύο ανίψια της, πήγε με καρότσα και την μετέφερε στο σπίτι του.
»Εκεί η γυναίκα φιλοξενήθηκε με τα δυο παιδιά επί έναν χρόνο. Μετά βρήκε τους συγγενείς της και έφυγε.
»Ελένη Μαμακλή ήταν το όνομά της, όπως μας πληροφορεί η Μαίρη Παπαλάμπρου-Λυμπουρίδη. Και ο χρυσοχόος Παντελίδης, προσφυγικής καταγωγής, όταν η Ευανθία Παπαβασιλείου πήγε να επισκευάσει ένα ρολόι τοίχου, βλέποντάς το θυμήθηκε ότι αυτό το ρολόι σήμαινε την ώρα του μεσημεριανού φαγητού, που ως παιδί γευμάτιζε στην αποθήκη του Παπαβασιλείου, για τον οποίο, με την ευκαιρία αυτή εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του μετά από πολλά χρόνια (προφορική πληροφορία της Μ. Παπαλάμπρου-Λυμπουρίδη)».
















