Το λιγότερο αμφιλεγόμενος. Αυτό έχει γράψει η Ιστορία για τον Ύπατο Αρμοστή της Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη. Με αρμοδιότητες υπουργού, θεωρείται ένα από τα μοιραία πρόσωπα για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας. Το πώς, αποτυπώνεται σε μια μαρτυρία από την Κίο, από εκείνον τον μαρτυρικό Αύγουστο του 1922.
Το σχέδιο
Τον Ιούλιο του 1922, λίγο πριν από την Καταστροφή, ο Αριστείδης Στεργιάδης προτείνει τη δημιουργία αυτόνομου μικρασιατικού κράτους υπό την ψιλή επικυριαρχία του σουλτάνου.
Με κέντρο τη Σμύρνη, θα είχε δική του διοίκηση και αστυνομία, σχηματισμένες από ντόπια στοιχεία. Ο χαρακτήρας του κράτους θα ήταν αποκλειστικά μικρασιατικός-πολυφυλετικός. Σε έναν δεύτερο χρόνο το μουσουλμανικό μικρασιατικό στοιχείο θα είχε ισότιμη συμμετοχή στη διοίκησή του.
Το μειονέκτημα της πρότασης ήταν η στρατιωτική κάλυψή του από 50.000 άνδρες του ελληνικού στρατού, αλλά και από Έλληνες στρατολογημένους από την περιοχή. Διέφερε από την πρόταση των Αμυνιτών στο ότι θα συνιστούσε δημιούργημα των Μεγάλων Δυνάμεων, και όχι μιας πολιτικής φατρίας.
Η κατάρρευση του μετώπου
Το σχέδιο όχι μόνο έμεινε στα χαρτιά, αλλά στα μέσα Αυγούστου του 1922 είναι χαρακτηριστική η απάντηση του Έλληνα στρατιωτικού διοικητή Αξαρίου προς τους χριστιανούς προκρίτους:
«Αν και η διαταγή του Στεργιάδου είναι να μη παρακινούμε τους πληθυσμούς να εγκαταλείψουν τον τόπον των, αλλά αντιθέτως να τους προτρέπομεν να μείνουν, σας συμβουλεύω ν’ αλλάξετε γνώμην. Ημπορείτε να έχετε εμπιστοσύνην εις τους Τούρκους;».
Στις 19 Αυγούστου, με εμπιστευτικό μήνυμά του στις αντιπροσωπείες της Ύπατης Αρμοστείας στις πόλεις Σόμα, Αδραμύττιο, Πάνορμο, Αρτάκη, Μουδανιά, Κίο, Μπάλια, Σαλιχλί και Φιλαδέλφεια, ζητούσε να συγκεντρώσουν το αρχειακό υλικό τους και να είναι έτοιμοι προς αναχώρηση, χωρίς να αντιληφθεί κάτι ο πληθυσμός.
Όμως από τον αντιπρόσωπο της Κίου ζήτησε να ενθαρρύνει τον πληθυσμό της περιοχής να παραμείνει.
Επίσης, τη νύχτα της 21ης προς 22α Αυγούστου 1922, σε τηλεγράφημά του ο Αριστείδης Στεργιάδης προς τον υποδιοικητή των ελληνικών δυνάμεων της περιοχής Κασαμπά, του λέει: «Εμποδίσατε αναχώρησιν πολιτών, καθ’ ότι στρατός επ’ ουδενί λόγο εγκαταλείψει περιφέρειάν σας».
Η στρατιωτική ηγεσία δεν συμμεριζόταν μια τέτοια διαχείριση της κατάστασης εκ μέρους του Ύπατου Αρμοστή, ενώ στη Μαγνησία ο συνταγματάρχης Φ. Φιλίππου προσπαθούσε να επιβιβάσει τον πληθυσμό σε τρένα, «παρά τις διαταγές του Στεργιάδη».
Η μαρτυρία: Κίος, 1922
Στο βιβλίο Κίος 1912-1922, Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη που εκδόθηκε το 1988 ο Βασίλης Κουλίγκας γράφει:
Η 26η Αυγούστου 1922 ήταν η ημέρα που έφυγε από τη Σμύρνη ο Ύπατος Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης και μπαίνανε οι τουρκικές εμπροσθοφυλακές στη Σμύρνη. Για την Κίο ήταν η τελευταία μέρα που λειτουργούσαν Κρατικές Υπηρεσίες εκεί.
Η τελευταία άδεια αναχωρήσεως εκδόθηκε στον όνομα της Αναστασίας Αλεξάνδρου και της επέτρεπε να φύγει με τα τρία ανήλικα παιδιά της από την Κίο. Η οικογένεια έφυγε με δικό της μέσο –με ναυλωμένο πλοίο–, το ναύλωσαν και το έστειλαν στην Κίο να παραλάβει τους συγγενείς τους, πολλοί Κιώτες μαζί που έμεναν στην Κωνσταντινούπολη. Για να μπορέσουν όμως να φύγουν έπρεπε να βγάλουν Άδεια Αναχωρήσεως από το Φρουραρχείο.
Μεταξύ των οικογενειών που θα φεύγανε ήταν και μια οικογένεια που έμενε στο γειτονικό χωριό Λιγουμούς (Ελιγμοί) απ’ όπου θα περνούσε το πλοίο μετά την αναχώρηση του από Κίο για να την παραλάβει. Ήταν η οικογένεια Ψαλτίδη και Αλκιβιάδη Λουκά. Όμως δεν εφρόντισε να βγάλει Άδεια Αναχωρήσεως. Έτσι όταν το πλοίο προσέγγισε στις Λιγουμούς η εκεί λιμενική φρουρά, εκτελώντας διαταγές, απαγόρευσε την αναχώρηση.
Το πλοίο έφυγε και η οικογένεια εκείνη, με μικρά παιδιά και τις αποσκευές της, έμεινε στην παραλία και παρακολουθούσε περίλυπη το πλοίο να φεύγει και εκείνη να παραμένει εκεί για να συμμεριστεί τις συνέπειες τις καταστροφής.