«Φτωχιά μου Νέα Ιωνία, στα μάτια σου είδα το φως, στους δρόμους και στα καφενεία ο κάθε φίλος αδελφός, και μου ‘λέγαν ιστορίες στη μικρή μου την αυλή δυο γερόντοι απ’ τον Πόντο, μια γριούλα απ’ το Αιβαλί»…
Στίχοι του τραγουδιού «Νέα Ιωνία» που τραγούδησε ο Στέλιος Καζαντζίδης το 1992 και έγραψε ο Πυθαγόρας, περιγράφοντας με τον πλέον γλαφυρό τρόπο το περιβάλλον όπου πέρασε τα πρώτα χρόνια της ζωής του, τα οποία –όπως συμβαίνει σε όλους μας– τον καθόρισαν ως άνθρωπο. Αυτή η ζωή ξεκίνησε στις 29 Αυγούστου 1931.
Καθόλου τυχαία η οδός Αλαΐας όπου ο πατέρας του έχτισε το σπίτι τους. Γιατί από την Αλάγια της Κιλικείας καταγόταν η μητέρα του, η κυρία Γεσθημανή. Ένα πετρόχτιστο οίκημα που για κάποιους εκείνη την εποχή έμοιαζε με τις… Βερσαλίες. Τόσος κόσμος περνούσε από εκεί.
Σ’ αυτή τη γειτονιά της Νέας Ιωνίας λοιπόν, εκεί όπου οι άνθρωποι πάλευαν κάθε μέρα για τα βασικά, ο μικρός Στέλιος έζησε τη σκληρή πλευρά της ζωής. Ο πατέρας του χάθηκε νωρίς, και το παιδί, μόλις 15 ετών, αναγκάστηκε να δουλέψει.
Εκεί, σ’ ένα εργοστάσιο, θα του δοθεί το πρώτο του δώρο: μια κιθάρα, από έναν εργοδότη που είδε κάτι ξεχωριστό μέσα του. Έτσι ξεκίνησε. Ήσυχα. Ταπεινά.
Τραγουδούσε στην ταβέρνα, στην αυλή, σε μικρά πάλκα. Και σιγά σιγά η φωνή του άρχισε να εξαπλώνεται. Όχι σαν μόδα – αλλά σαν ανάγκη. Οι άνθρωποι τον άκουγαν και ένιωθαν πως τραγουδούσε τα δικά τους λόγια, πως η φωνή του ξεπηδούσε από τα ίδια τους τα χείλη. Με τη φωνή του έκλαιγε μια ολόκληρη Ελλάδα.
Στην αρχή η δισκογραφία ήταν δύσκολη. Το πρώτο του τραγούδι δεν πήγε καλά. Όμως το δεύτερο τον απογείωσε. Από εκεί και πέρα η καριέρα του εκτοξεύθηκε. Συνεργάστηκε με μεγάλους συνθέτες και στιχουργούς.
Δίπλα του στάθηκαν γυναίκες σημαντικές – η Καίτη Γκρέυ με την οποία έκαναν μαζί επιτυχίες, και η Μαρινέλλα με την οποία παντρεύτηκαν, δούλεψαν, χώρισαν αλλά δεν έπαψαν ποτέ να αλληλοεκτιμώνται. Λιγότερο προβεβλημένη η σχέση με τη Σεβάς Χανούμ – Πόντια και εκείνη και το σμίξιμο εκρηκτικό. Πολύ αργότερα ήρθε και η Βάσω, η γυναίκα που έμελλε να σταθεί στο πλάι του μέχρι το τέλος.
Στο απόγειο
Από το 1957 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ο Καζαντζίδης ήταν παντού. Ήταν το κέντρο της λαϊκής σκηνής. Οι πλατείες, τα κέντρα, οι δίσκοι – παντού η φωνή του μετέφερε τη βαθιά ελληνική ψυχή.
Κι όμως, ενώ βρισκόταν στο ζενίθ, το 1965 πήρε την απόφαση να αποσυρθεί από τις ζωντανές εμφανίσεις.
Δεν ξανατραγούδησε ποτέ μπροστά σε κοινό. Θεώρησε πως το τραγούδι είχε γίνει εμπορικό προϊόν, πως είχε χαθεί η ουσία. Έμεινε πιστός σε αυτή την απόφαση μέχρι τέλους. Και αποσύρθηκε με αξιοπρέπεια.
Για μεγάλο διάστημα ακόμη και η δισκογραφία του έμεινε… βουβή λόγω προβλημάτων με την εταιρεία του. Όμως όταν επέστρεψε –το 1987– το έκανε σαν να ήταν ένας παλιός φίλος που είχε λείψει πολύ. Ο κόσμος τον αγκάλιασε ξανά. Τον άκουσε με την ίδια λαχτάρα όπως παλιά.
Ο Στέλιος του Πόντου
Προς τα τέλη του 1993, μόλις λίγους μήνες δηλαδή προτού ο τότε πρωθυπουργός Ανδρέας Παπανδρέου προτείνει και η Βουλή των Ελλήνων προχωρήσει στην επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Ποντίων, ορίζοντας την 19η Μαΐου ως «Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στο Μικρασιατικό Πόντο», ο Στέλιος Καζαντζίδης είχε ήδη κάνει τη δική του κατάθεση ψυχής…
Πήρε την απόφαση να ενώσει τις δυνάμεις του με τον κορυφαίο ερμηνευτή της ποντιακής μουσικής, τον Χρύσανθο. Το αποτέλεσμα ήταν ο δίσκος Τ’ αηδόνια του Πόντου.
Μια δισκογραφική δουλειά που αγαπήθηκε αμέσως από το κοινό και γνώρισε σπάνια επιτυχία για το είδος της, ξεπερνώντας τις 30.000 πωλήσεις – μια επίδοση που δύσκολα πετύχαινε τότε μια καθαρά ποντιακή παραγωγή.
Στο προσωπικό του σημείωμα στο δίσκο ο ίδιος ο Καζαντζίδης είχε γράψει μέσα από την ψυχή του:
«Χρόνια τώρα, άλλοτε με τη φωνή μου κι άλλοτε με τη σιωπή μου τραγούδησα τον πόνο, τα μεράκια, τα ντέρτια, τις αγωνίες, τους καημούς, τις χαρές και τις πίκρες των ταπεινών, κατατρεγμένων και καταφρονεμένων τούτης εδώ της πατρίδας μου.
»Ήρθε όμως η ώρα να ξεπληρώσω ένα μεγάλο χρέος απέναντι στην ιδιαίτερη Πατρίδα των γονιών μου, τον θρυλικό μα και ηρωικό και καταματωμένο ιστορικό Πόντο.
»Τον Πόντο τον ανάσπαλτον. Μια πατρίδα που δεν την έζησα ούτε καν τη γνώρισα, μα κατέθεσα όμως όλη τη λατρεία της ψυχής μου. Μια πατρίδα που χάθηκε σ’ εκείνο το μεγάλο παζάρι ντροπής του αιώνα μας, όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιήθηκαν σαν ανταλλάξιμο είδος. Θέλω ο δίσκος αυτός να είναι ένα μνημόσυνο στα θύματα εκείνης της θηριωδίας, αλλά και ένα μήνυμα στη σημερινή πολυτάραχη εποχή μας.
»Όχι άλλες χαμένες πατρίδες. Όχι άλλα δάκρυα. Τέλος θέλω με τον τρόπο αυτό να τιμήσω όλους εκείνους τους αθεράπευτα νοσταλγούς της ποντιακής γης που φύγανε χωρίς να μπορέσουν να δουν τη μαρτυρική τους Πατρίδα και τα λιγοστά γερόντια μας που ζουν ακόμα, για να θυμίζουν με την παρουσία τους τη μεγαλύτερη τραγωδία μα και θηριωδία του αιώνα μας.
»Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι περισσότερο. Θα ήταν μια λύτρωση».
Η ταινία Υπάρχω που «έσπασε ταμεία»
Τον Δεκέμβριο του 2024 ήταν η πρεμιέρα της βιογραφικής ταινίας Υπάρχω – μέσα στα 132 λεπτά της γίνεται μια ουσιαστική και με τον πλέον γλαφυρό τρόπο αναδρομή στα παιδικά χρόνια, στις μεγάλες επιτυχίες και στην προσωπική ζωή του Στέλιου Καζαντζίδη.
Αρχικά κανείς δεν πίστεψε στον Χρήστο Μάστορα όταν πήρε τον πρωταγωνιστικό ρόλο ως άλλος Στέλιος!
Οι λάτρεις του αξέχαστου τραγουδιστή το θεωρούσαν σχεδόν βλασφημία και οι λιγότερο «σκληροπυρηνικοί» δεν μπορούσαν να «κάνουν εικόνα» το πώς ένας τραγουδιστής της ποπ κουλτούρας θα κατάφερνε να ενσαρκώσει τη μεγαλύτερη ίσως φωνή του λαϊκού τραγουδιού που πέρασε ποτέ από τη χώρα μας.
Ο Χρήστος Μάστορας όμως δούλεψε πολύ. Και ας μην ήταν ηθοποιός. Και ας μην είχε ερμηνεύσει ποτέ τραγούδια με λαϊκά «γυρίσματα». Κόντρα σε όλες τις προσδοκίες, όχι μόνο έφερε εις πέρας το ρόλο που του «φόρεσε» ο σκηνοθέτης της ταινίας Γιώργος Τσεμπερόπουλος, αλλά στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων με μεγάλο σεβασμό απέναντι στον μεγάλο Στέλιο, αλλά και με αξιοπρέπεια σε αυτό που έπρεπε να κάνει. Και τα κατάφερε.
Ούτε ο ίδιος ο Χρήστος Μάστορας δεν πίστευε αρχικά ότι θα κατάφερε να πάρει το ρόλο. Σε τόσο σπουδαίες δουλειές όμως ένας καλλιτέχνης δεν δικαιούται για κανέναν λόγο να πει όχι. Και ευτυχώς για όλους μας, η ταινία όχι μόνο έγινε και υπήρξε μια καταγραφή της ζωής του σπουδαίου Στέλιου, στην οποία θα ανατρέχουν όλες οι επόμενες γενιές για να μαθαίνουν ποιος πραγματικά ήταν, αλλά γνώρισε και τεράστια επιτυχία.
Αρκεί μόνο να πούμε ότι το Υπάρχω έκοψε 117.680 εισιτήρια το πρώτο τετραήμερο προβολής, γεγονός που καταγράφηκε ως το μεγαλύτερο «άνοιγμα» της χρονιάς στη χώρα μας.
Το τέλος
Ο τελευταίος δίσκος του Στέλιου Καζαντζίδη είχε τίτλο Έρχονται χρόνια δύσκολα. Ίσως να ήταν και προφητικός. Ίσως και απλώς να ήξερε. Γιατί ο Καζαντζίδης πάντα ήξερε.
Έφυγε από τη ζωή στις 14 Σεπτεμβρίου 2001. Έχασε τη μάχη με τον καρκίνο, αλλά είχε ήδη κερδίσει κάτι μεγαλύτερο: μια άγραφη θέση στις ψυχές των Ελλήνων.
Οι μελωδίες του, οι στίχοι του, το τρέμουλο της φωνής του, όλα αυτά συνεχίζουν να ζουν. Τον ακούν και οι νεότερες γενιές, τον τραγουδούν οι παλιοί με νοσταλγία, τον θυμούνται με λαχτάρα όλοι όσοι έζησαν τον ξεριζωμό.