Γνωστό και ως κινέζικο τσάι, το thea sinensis φύεται στις ορεινές ζούγκλες της νοτιοανατολικής Ασίας και από αυτό προέρχεται και η ελληνική ονομασία τέιον.
Παρόλο που είναι ανθεκτικό στο κρύο, μεγαλώνει γρήγορα μόνο σε θερμές χώρες με πολλές βροχές. Στις περιοχές που πλήττονται από μουσώνες, υπάρχουν νέα καταπράσινα φυτά τσαγιού ολόκληρο το χρόνο.
Οι πλέον διάσημες ποικιλίες τσαγιού στον κόσμο, τα Celyon και Darjeeling, φύονται σε υψόμετρο 1.500 μ.
Οι πρώτοι που εισήγαγαν το τσάι στην Ευρώπη από την Κίνα ήταν οι Πορτογάλοι το 1577, ενώ η ποικιλία thea assamica ανακαλύφθηκε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του 1820 στη βόρεια Ινδία. Ο Πόντος, όπως και οι άλλες περιοχές του Καυκάσου, έχει ιδανικό κλίμα για τη καλλιέργεια του τσαγιού που θεωρείται εύκολη αν και με πολλές «παγίδες» εάν κάποιος θέλει να παράγει καλό ποιοτικό προϊόν.
![]()
Οι πρώτες φυτείες εντοπίζονται πίσω από την Τραπεζούντα, σε περιοχές που εκχερσώθηκαν και φυτεύτηκαν ενδιάμεσα με άλλα δέντρα που προστάτευαν τα σκιόφιλα φυτά του τσαγιού.
Οι Πόντιοι λατρεύουν το μαύρο τσάι, ωστόσο τότε –ακόμα και σήμερα, κάποιοι– έφτιαχναν το ρόφημα και από τα φύλλα διαφόρων φυτών ή δέντρων, για παράδειγμα από τους καρπούς ή τα φύλλα μιας πρώιμης ποικιλίας καρυδιών που ωρίμαζαν τον Αύγουστο – τα λεγόμενα αγουστοκάρυδα.
Οι ντόπιοι πίστευαν ότι το τσάι από αγουστοκάρυδα είχε θεραπευτικές ιδιότητες.
Σε κάποιες περιοχές του Κιλκίς φύεται σε μεγάλες ποσότητες ένα είδος άγριας ρίγανης, το Origanum vulgare Labiatae, το οποίο οι μεγαλύτεροι σε ηλικία αποκαλούν «ποντιακό τσάι». Το φυτό όταν είναι αποξηραμένο χάνει την έντονη μυρωδιά της ρίγανης, ωστόσο όταν προστίθεται ζεστό νερό, το άρωμά του είναι απίστευτο. Βοτανολόγοι και γεωπόνοι λένε ότι συγκεντρώνει τη μεγαλύτερη αντιοξειδωτική δραστηριότητα κατά των ελεύθερων ριζών που δημιουργούνται στον οργανισμό από τα μόρια του οξυγόνου.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Θωμάς Σαββίδης, Η διατροφή στον Πόντο, εκδ. Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2002.
















