Το ημερολόγιο έγραφε 9 Οκτωβρίου 1978 όταν η Γαλλία βίωσε ένα μεγάλο σοκ: Ο Ζακ Μπρελ (Jacques Brel), ο Βέλγος που αρνήθηκε τη χώρα του για να ζήσει στο Παρίσι και να γίνει ο σημαντικότερος γαλλόφωνος τραγουδοποιός στην ιστορία, είχε σιγήσει για πάντα στα 49 του χρόνια νικημένος από τον καρκίνο, με τον οποίο έζησε για τέσσερα περίπου χρόνια.
Η φωνή που σημάδεψε τη Γαλλία, ένας ουσιαστικός ποιητής που εξέφρασε όλο το πάθος, το σαρκασμό, την τρυφερότητα και την αναζήτηση της ελευθερίας στην κοινωνία της δεκαετίας του 1960, είχε πεθάνει από πνευμονική εμβολή. Λίγο πριν από το τέλος, ωστόσο, είχε καταφέρει να γίνει πιλότος στις μακρινές Μαρκίζες νήσους στην Πολυνησία.
![]()
(Φωτ.: Facebook / Fondation Jacques Brel)
Γεννημένος στις 8 Απριλίου 1929 στο Σάαρμπεκ της Φλάνδρας σε καθολική οικογένεια βιομηχάνων κατάφερε να διαγράψει μια τελείως διαφορετική πορεία. Πριν ακόμα κλείσει τα 16 είχε να παρουσιάσει ποιήματα και θεατρικά έργα επηρεασμένα από την καθολική εκπαίδευση που έλαβε.
Παρόμοιο είναι και το ύφος των πρώτων του τραγουδιών, που ναι μεν αρέσουν για το λυρισμό τους, αλλά δεν έχουν σχέση με αυτά που έδωσε στη συνέχεια.
Στηλιτεύει τον πόλεμο και την υποκρισία, αλλά πάντα σε ένα χριστιανικό πλαίσιο: Ο Ζορζ Μπρασένς, που θα γίνει αργότερα φίλος του και θα συνθέσει μαζί του και με τον Λεό Φερρέ το τρομερό αναρχικό τρίγωνο της γαλλικής μουσικής, είναι ήδη τότε οργανωμένος αναρχικός και τον αποκαλεί ειρωνικά «παπα-Μπρέλ».
Η ζωή του, όμως, δεν είναι όπως οι στίχοι του. Σε μια από τις περιοδείες γνωρίζει την τραγουδίστρια Κατρίν Σοβάζ και συνάπτει μαζί της την πρώτη από τις πολύ διάσημες και πολύ παθιασμένες ερωτικές του σχέσεις. Είναι τότε ήδη παντρεμένος και έχει δύο παιδιά.
Το 1956 με το τραγούδι «Quand on n’a que l’amour» γνωρίζει την πρώτη του πολύ μεγάλη επιτυχία. Θα ακολουθήσουν αμέσως και άλλες και το 1959 θα κυκλοφορήσει ένα τραγούδι το οποίο θα τον μετατρέψει σε σταρ και παραμένει ίσως ακόμα και σήμερα το σήμα κατατεθέν του.
Είναι το περίφημο «Ne me quitte pas» που γράφτηκε για το χωρισμό του με την ηθοποιό Σουζάν Γκαμπριελό· αν και το κοινό το λάτρεψε (όπως και την αγγλική εκδοχή του, το «If you go away»), ο Ζακ Μπρελ το θεωρούσε «αξιολύπητο».
Τη δεκαετία του 1960 αφήνει πίσω του το χριστιανικό διδακτισμό και περνά στην αντίπερα όχθη, αυτή του τραγουδοποιού που καλεί τους ανθρώπους να ξεχάσουν τις επουράνιες ψευδαισθήσεις και να αναλάβουν την ευθύνη του εαυτού τους ζώντας τη ζωή και διαλύοντας τις συμβάσεις. Οι δε αστοί δεν κατηγορούνται πλέον απλά ως άδικοι, αλλά γίνονται αντικείμενο ενός θυμωμένου σαρκασμού.
Οι ήρωες των τραγουδιών του είναι μεθυσμένοι, απελπισμένα ερωτευμένοι, έξω φρενών με τον αστικό κομφορμισμό και τον χριστιανικό μανδύα του. Ο Ζακ Μπρελ τραγουδά ασταμάτητα και γίνεται η φωνή μιας Γαλλίας που ετοιμάζεται για τον Μάη του ’68, παθιάζεται, εξεγείρεται, ονειρεύεται και παραμένει μέχρι το βάθος τρυφερή.
Το 1966, όμως, στο απόγειο της δόξας του ως ο πιο γνωστός τραγουδιστής στον κόσμο που δεν τραγουδά στα αγγλικά, σοκάρει τους πάντες όταν ανακοινώνει ότι εγκαταλείπει το τραγούδι γιατί «το βαρέθηκε». Θα τηρήσει την απόφασή του και θα ασχοληθεί στο εξής με τη σκηνοθεσία στο θέατρο, το σινεμά και την ηθοποιία. Τον Οκτώβριο του 1968 ανεβάζει στις Βρυξέλλες το μιούζικαλ Ο άνθρωπος από τη Μάντσα, μια μνημειώδης παράσταση που θα ανέβει και στο Παρίσι με τον ίδιο στο ρόλο του Δον Κιχώτη.
Είχε δηλώσει την προτίμησή του στον αναρχισμό και δεν συνδέθηκε με κάποιο πολιτικό κόμμα. Στον πυρήνα της σκέψης του η άρνηση της χριστιανικής και της αστικής υποκρισίας, η καταδίκη της κοινωνικής σύμβασης ως κριτήριο αρετής και η υπαρξιστική ανάγκη να κάνει ο άνθρωπος πράξη την ελευθερία που αποτελεί τη μοίρα του.
Επίσης, το πάθος παίζει σημαντικό ρόλο και η σχέση του με τις γυναίκες που ερωτεύεται διαρκώς με τα σημερινά δεδομένα θα χαρακτηριζόταν μισογυνική.
















