Με ανακούφιση υποδέχθηκε ο διεθνής Τύπος τη νίκη του Τζο Μπάιντεν στις αμερικανικές εκλογές, με τα δημοσιεύματα να κάνουν λόγο για «έξοδο δίχως αξιοπρέπεια του Ντόναλντ Τραμπ» και για έναν κοιμισμένο Τζο που ξυπνά την Αμερική (η αναφορά είναι στο παρατσούκλι που έχει δώσει ο Ρεπουμπλικάνος απερχόμενος πρόεδρος στον αντίπαλό του).
Τα ξημερώματα της Κυριακής (ώρα Ελλάδας) ο υποψήφιος των Δημοκρατικών κήρυξε επισήμως τη νίκη του και δεσμεύτηκε ότι θα επιδιώξει να ενώσει τους Αμερικανούς.
«Για να σημειώσουμε πρόοδο δεν πρέπει να μεταχειριζόμαστε τους αντιπάλους μας ως εχθρούς», τόνισε αναφερόμενος στους απογοητευμένους οπαδούς του Ντόναλντ Τραμπ, τον οποίο όμως δεν κατονόμασε. Η ομιλία του έγινε μπροστά σε πλήθος υποστηρικτών στο Γουίλμινγκτον του Ντέλαγουερ, με την πρώτη αντιπρόεδρο στην ιστορία των ΗΠΑ στο πλάι του, την 55χρονη Καμάλα Χάρις.
«Έκανα εκστρατεία για να αποκαταστήσω την ψυχή της Αμερικής, να ανοικοδομήσω τη ραχοκοκαλιά αυτού του έθνους, τη μεσαία τάξη, και να κάνω την Αμερική να σεβαστεί ξανά τον κόσμο», δήλωσε. Επιπλέον, ανακοίνωσε ότι τη Δευτέρα θα συγκροτήσει μία ομάδα διαχείρισης κρίσεων για τον κορονοϊό, η οποία θα αποτελείται από επιστήμονες και εμπειρογνώμονες.
Ωστόσο, οποιοδήποτε σχέδιο του Τζο Μπάιντεν δεν θα μπορέσει να εφαρμοστεί πριν από τις 20 Ιανουαρίου, ημέρα που ορκίζεται 46ος πρόεδρος, σύμφωνα με το αμερικανικό Σύνταγμα.
![]()
(Φωτ.: EPA / Jim Lo Scalzo)
Στο άλλο στρατόπεδο, πάντως, οι σύμμαχοι του Ντόναλντ Τραμπ ξεκαθαρίζουν ότι ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν πρόκειται να παραδεχθεί σύντομα ότι έγινε ο δεύτερος πρόεδρος από το 1992 και τον Τζορτζ Μπους τον πρεσβύτερο που δεν κατάφερε να επανεκλεγεί. Σε ανακοίνωσή του που εκδόθηκε το απόγευμα του Σαββάτου, επανέλαβε ότι θα προσφύγει στη Δικαιοσύνη για τις αμφίρροπες πολιτείες ζητώντας νέα καταμέτρηση των ψήφων, χωρίς να εγκαταλείψει το επιχείρημα περί νοθείας.
Ανεπίσημα, βέβαια, οι σύμμαχοι και οι σύμβουλοι του Ντόναλντ Τραμπ παραδέχονται ότι οι πιθανότητες να αλλάξει το αποτέλεσμα είναι απειροελάχιστες· αν και πολλοί φαίνεται να διαφωνούν με τη στρατηγική του, σε μεγάλο βαθμό τη στηρίζουν ή παραμένουν σιωπηλοί. Ήδη η προεκλογική εκστρατεία και το ίδιο το κόμμα έχουν υποβάλει προσφυγές για παρατυπίες. Απορρίφθηκαν στην Τζόρτζια, στο Μίσιγκαν και στη Νεβάδα, ενώ στην Πενσιλβάνια δικαστές δέχθηκαν το αίτημα να μπουν στην άκρη κάποιες κάλπες και να υπάρχει μεγαλύτερη πρόσβαση στην καταμέτρηση.
Το Reuters αναφέρει ότι οι νομικές αυτές κινήσεις με το αμφίβολο αποτέλεσμα θα κοστίσουν τουλάχιστον 60 εκατ. δολάρια, τα οποία θα πρέπει να συγκεντρωθούν από τους Ρεπουμπλικάνους.
Πολλοί βέβαια είναι αυτοί που πίσω από κλειστές πόρτες ζητούν ο Ντόναλντ Τραμπ να «παραιτηθεί με χάρη» και να μην υπονομεύσει την πολιτική του ισχύ. «Θα είναι αδύνατο για εκείνον να θέσει ξανά υποψηφιότητα το 2024, αν εμφανιστεί σαν κάποιος που δεν ξέρει να χάνει», δήλωσε πηγή των Ρεπουμπλικάνων από το Κογκρέσο.
Προς αυτή την κατεύθυνση οι άνθρωποι που μπορούν να τον επηρεάσουν είναι ο προσωπάρχης Μαρκ Μέντοους, που βρίσκεται σε αυτοαπομόνωση αφότου διαγνώστηκε θετικός στον κορονοϊό, ο αντιπρόεδρος Μάικ Πενς ή ο σύμβουλος και γαμπρός του Τζάρεντ Κούσνερ.
















