«Χάρη σ’ αυτούς τους ανθρώπους είμαστε εμείς εδώ. Χάρη σ’ αυτούς έχω οικογένεια, έχω εγγόνια και δισέγγονα. Αν δεν υπήρχαν αυτοί, δεν θα υπήρχα κι εγώ…». Η Ράσελ Δανιήλ απλώνει τα μακριά λεπτά χέρια της για να σφιχταγκαλιάσει τη 18χρονη Ελένη, που μπορεί να γνώρισε μόλις μια ημέρα πριν, αλλά την αισθάνεται ήδη οικογένειά της· κι αυτό γιατί ο προπάππους της νεαρής Βεροιώτισσας ήταν αυτός που έβαλε το δικό του ξεχωριστό λιθαράκι στη σωτηρία της οικογένειας της Ράσελ από το ναζιστικό μένος, την ταραγμένη περίοδο του πολέμου.
Οι δυο τους στέκονται αγκαλιασμένες λίγα μέτρα μακριά από το χώρο του παλιού εβραϊκού νεκροταφείου της Βέροιας, εκεί όπου χθες έγιναν τα αποκαλυπτήρια του μνημείου για τα 460 μέλη της εβραϊκής κοινότητας της πόλης, που οδηγήθηκαν στα ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, παρουσία πλήθος κόσμου, επιζώντων της θηριωδίας αλλά και απογόνων ανθρώπων που μαρτύρησαν στο Ολοκαύτωμα.
«Την πρώτη φορά που αντίκρισα αυτό το μέρος, έβρεχε. Ήρθα να βρω τα μνήματα των παππούδων μου και δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα. Ένιωσα να βρέχομαι κι εγώ μέσα μου…», αφηγείται στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων η 80χρονη, η οποία ήταν μόλις τεσσάρων ετών όταν μαζί με την οικογένειά της εγκατέλειψαν το σπίτι τους προκειμένου να σωθούν.
Τύχη αγαθή έφερε στο δρόμο τους μια οικογένεια χριστιανών κι έναν ιερέα, που τους βοήθησαν να ξεφύγουν από τη μοίρα εκατομμυρίων ομοθρήσκων τους οι οποίοι εξαναγκάστηκαν να ακολουθήσουν την πορεία θανάτου προς τα στρατόπεδα του Γ΄ Ράιχ.
Ο Γιώργος και η Παναγιώτα Λαναρά και ο π. Νέστορας Καραμητσόπουλος βοήθησαν την οικογένεια της 80χρονης σήμερα Ράσελ να επιβιώσει, παρέχοντάς τους στέγη και βοηθώντας τους να κρυφτούν στα γύρω δάση, ακόμη και για εβδομάδες ολόκληρες, όταν έρχονταν οι Γερμανοί στο χωριό.
Κάποια μέρα οι Γερμανοί έκαναν έφοδο στο χωριό και απαίτησαν από τον ιερέα Νέστορα Καραμητσόπουλο να τους αποκαλύψει τους Εβραίους που κρύβονταν στο χωριό. Οι Γερμανοί δεν ικανοποιήθηκαν από την απάντησή του και έλεγξαν όλα τα σπίτια, σπιθαμή προς σπιθαμή. Σε οχτώ απ’ αυτά βρήκαν Εβραίους, κι αυτό μεγάλωσε την οργή τους: έκαψαν ολοσχερώς τα οχτώ αυτά σπίτια και το σπίτι του ιερέα, τον οποίο και υπέβαλαν σε φριχτό βασανιστήριο, ξεριζώνοντας τη γενειάδα του.
![]()
(Φωτ.: ΑΠΕ-ΜΠΕ)
Η γενναιότητα της οικογένειας Λαναρά και του π. Νέστορα ήταν αυτή χάρη στην οποία, όπως λέει τόσο η Ράσελ Δανιήλ όσο και οι δυο κόρες της που την συνόδευσαν σ’ αυτό το ταξίδι στη Βέροια, τους έδωσε το δικαίωμα στη ζωή. «Νιώθω σαν να έχω μια οικογένεια εδώ, και κάθε φορά που τους συναντώ κλαίω», λέει η ηλικιωμένη γυναίκα με τη σχεδόν ασκητική φιγούρα, και θυμάται τη συγκίνηση που ένιωσε όλη η οικογένειά της όταν, μερικά χρόνια πριν, το 2012, απονεμήθηκε στους διασώστες τους (μετά θάνατον) το μετάλλιο του Δικαίου των Εθνών (σ.σ.: διάκριση που απονέμεται από το Γιαντ Βασέμ σε άτομα που έθεσαν την ζωή τους σε κίνδυνο για να διασώσουν Εβραίους από τους Ναζιστές).
Τα μετάλλια τότε είχαν παραλάβει η εγγονή του Γιώργου και της Παναγιώτας Λαναρά, Γεωργία Μελιοπούλου, και η εγγονή του π. Νέστορα.
Γεννημένη το 1939 στη Βέροια, από την οποία έφυγε το 1951 για το Ισραήλ όπου ζει μέχρι σήμερα, η Ράσελ Δανιήλ –μητέρα τριών παιδιών, γιαγιά εννέα εγγονιών κι ενός δισέγγονου σήμερα– δεν σταματάει στιγμή να μιλάει για τα όσα πέρασε η ίδια και οι ομόθρησκοί της προκειμένου να διδάσκονται, όπως λέει οι νέες γενιές. «Πηγαίνω σε σχολεία εδώ και 17 χρόνια και μιλώ με τα παιδιά. Είμαι ηλικιωμένη, είμαι ήδη 80 ετών. Αν δεν υπάρχω αύριο-μεθαύριο ποιος θα μείνει να τα εξιστορεί όλα αυτά στις επόμενες γενιές;», αναρωτιέται, διαβεβαιώνοντας πως θα συνεχίσει να το κάνει αυτό όσο ζει, «για να θυμούνται οι νέοι, να μην ξεχνούν ό,τι έγινε».
Διαβάστε περισσότερα εδώ.
- Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ / Σοφία Παπαδοπούλου.
















