Η λέξη βρούλα συναντάται με δύο έννοιες. Η πιο διαδεδομένη εκ των δύο είναι η φλόγα. Φλόγα από τα ξύλα που καίγονται. Χρησιμοποιείται όμως και μεταφορικά: «η καρδιά μ’ βρούλαν έχ’» (ή «έβγαλ’»), που σημαίνει «είμαι στενοχωρημένος/η». Απαντάται και ως δηλωτική του πυρετού στη φράση «το κατζίν μ’ [μέτωπο] επήρεν βρούλαν», δηλαδή έχω πυρετό.
Στην ίδια οικογένεια το ρήμα βρουλακίζω –χρησιμοποιείται κυρίως στην Τραπεζούντα και στην Χαλδία– που έχει την έννοια του φλέγομαι, αλλά και του αναβλύζω.
«Το νερό βρουλακίζ’» ή «το αίμα εβρουλάκ’σεν». Και το βρουλάκισμαν από το βρουλακίζω, η ανάδυση δηλαδή μεγάλης φλόγας από την ανάφλεξη καύσιμης ύλης.
Βέβαια η βρούλα στην Τραπεζούντα, σύμφωνα με το Ιστορικό λεξικό της ποντικής διαλέκτου, του Άνθιμου Α. Παπαδόπουλου, έχει και την έννοια της σβούρας.
- Βρείτε, μάθετε και διαδώστε την έννοια ακόμα περισσότερων ποντιακών λέξεων και φράσεων στο λεξικό του pontos-news.gr.
















