Έχει χαρακτηριστεί «βιταμίνη της λιακάδας» καθώς σχετίζεται με την ηλιακή ακτινοβολία. Η βιταμίνη D παράγεται από το σώμα, αλλά όχι όταν οι άνθρωποι εργάζονται σε βάρδιες (ιδιαίτερα νυχτερινές), δουλεύουν σε κλειστούς χώρους, ή ανήκουν σε ιατρικό-νοσηλευτικό προσωπικό.
Η έλλειψη της D έχει συσχετιστεί με μεταβολικές διαταραχές, ψυχιατρικά προβλήματα, καρδιαγγειακές νόσους και καρκίνο.
Όπως σημειώνεται σε μελέτη που έγινε από το Πανεπιστήμιο της Αλμπέρτα, και δημοσιεύτηκε στο BMC Public Health, η έλλειψη βιταμίνης D σχετίζεται με το επάγγελμα. Αναλύοντας στοιχεία από 71 έρευνες που αφορούσαν περίπου 53.500 ανθρώπους από όλο τον κόσμο, οι ερευνητές με επικεφαλής τον δρ Σεμπάστιαν Στράουμπε κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το 80% όσων έκαναν νυχτερινά είχε έλλειψη της συγκεκριμένης βιταμίνης, και το ίδιο ίσχυε σε ποσοστό 77% για όσους εργάζονταν συνεχώς σε κλειστούς χώρους.
Εξίσου εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι οι 9 στους 10 που δούλευαν σε κλειστούς χώρους (π.χ. υπάλληλοι γραφείου) είχαν ανεπαρκή επίπεδα βιταμίνης, δηλαδή ούτε μεγάλη έλλειψη αλλά ούτε και τα ποσοστά που θα έπρεπε ώστε να θεωρούνται απόλυτα υγιείς. «Σε όσους εργάζονται σε επαγγέλματα υψηλού κινδύνου, θα πρέπει να ελέγχεται τακτικά το επίπεδο της συγκεκριμένης βιταμίνης», ανέφερε ο δρ Σεμπάστιαν Στράουμπε.
Από την άλλη, μια διαφορετική μελέτη που έγινε από ερευνητές του Πανεπιστημίου της Μινεσότα, και δημοσιεύτηκε στο αμερικανικό ιατρικό περιοδικό JAMA, διαπιστώνει ότι περίπου το 3% του πληθυσμού των ΗΠΑ παίρνει μέσω διατροφικών συμπληρωμάτων περισσότερη βιταμίνη D από όση χρειάζεται.
Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η παραπανίσια βιταμίνη D μπορεί να αυξήσει επικίνδυνα την ποσότητα ασβεστίου στο αίμα, πράγμα που με τη σειρά του αυξάνει τον κίνδυνο στένωσης των αρτηριών.
















