Μπορεί η ελληνική κυβέρνηση να πήγε στο χθεσινό Eurogroup θεωρώντας ότι έχει στο τσεπάκι την επιστροφή των εκπροσώπων των θεσμών στην Αθήνα ώστε να κλείνουν οι λεπτομέρειες στο τεχνικό επίπεδο, ωστόσο λευκός καπνός από τις Βρυξέλλες δεν βγήκε. Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης αποφάσισαν την εντατικοποίηση των διαπραγματεύσεων σε μια προσπάθεια άρσης του αδιεξόδου για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.
Πλέον άτυπος στόχος για μια συμφωνία σε τεχνικό επίπεδο είναι το Eurogroup της 7ης Απριλίου, ημερομηνία, όμως, που θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη.
Τρεις Έλληνες υπουργοί, οι Ευκλείδης Τσακαλώτος, Έφη Αχτσιόγλου και Γιώργος Χουλιαράκης παίρνουν πλέον το… παιχνίδι πάνω τους, έχοντας απόλυτα ξεκάθαρα μηνύματα από τους εταίρους για τις «καταστροφικές επιπτώσεις» που εγκυμονεί η αέναη διαπραγμάτευση, σύμφωνα με Τα Νέα. «Θα παραμείνουμε στις Βρυξέλλες για τις επόμενες δύο-τρεις ημέρες με σκοπό να ολοκληρώσουμε τις συζητήσεις γρήγορα, καθώς τα θέματα που παραμένουν δεν είναι πολλά», δήλωσε χθες ο Ευκλείδης Τσακαλώτος.
Ήδη από χθες ξεκίνησαν οι συναντήσεις των Ελλήνων υπουργών με τους επικεφαλής των θεσμών, με αποτέλεσμα πολλοί να φέρνουν στη μνήμη τους το περιβόητο Brussels Group του 2015. Στην ερώτηση γιατί οι διαπραγματεύσεις μεταφέρονται στις Βρυξέλλες, ο Γερούν Ντάισελμπλουμ είπε ότι «η επίσκεψη στην Αθήνα είχε πρακτικούς λόγους, δηλαδή την επιτόπια συλλογή στοιχείων, κάτι που έχει ήδη γίνει και σήμερα δεν είναι απαραίτητο».
Τα «αγκάθια»
Τα βασικά θέματα που παραμένουν ανοιχτά είναι τα εργασιακά, το Ασφαλιστικό και η περικοπή των συντάξεων, μαζί με τις μεταρρυθμίσεις στον ενεργειακό τομέα οι οποίες, όπως έλεγε Ευρωπαίος αξιωματούχος στην Καθημερινή, «δεν έχει γίνει η παραμικρή πρόοδος». Πληροφορίες των Νέων αναφέρουν ότι οι τρεις υπουργοί θα κληθούν να υπογράψουν ένα προσύμφωνο με τους δανειστές για τα σκληρά μέτρα τα οποία θα πρέπει να νομοθετήσει η ελληνική κυβέρνηση.
Από την πλευρά του ο Επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων Πιερ Μοσκοβισί υπογράμμισε ότι δεν πρέπει να υπάρχουν αυξημένες προσδοκίες σχετικά με την ημερομηνία της συμφωνίας. «Αν επιταχύνουμε τις διαπραγματεύσεις, τότε μπορούμε να καταλήξουμε σε μια κοινή απόφαση. Τώρα περισσότερο από ποτέ χρειάζεται ανάκαμψη αλλά πρέπει να βασίζεται στην επιτυχία του προγράμματος», κατέληξε.
















